Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Η αιρετική σύναξη της Κρήτης. Όχι αιρετική, παναιρετική. ~ Αρχ. Σάββας Αγιορείτης

Αποτέλεσμα εικόνας για Αρχ.ΣάββαςΑγιορείτης
Η αιρετική σύναξη της Κρήτης.
 Όχι αιρετική, παναιρετική!

Αρχ. Σάββας Αγιορείτης
(Εκ Κερασιάς Καυσοκαλιβίων)

Βλέπετε ας πούμε πριν λίγο καιρό, πριν λίγους μήνες έγινε αυτή η σύνοδος στην Κρήτη, που είναι αιρετική. Όχι αιρετική, παναιρετική...

Γιατί δικαίωσε όλους τους αιρετικούς όλων των αιώνων. Όλους τους αιρετικούς που είχαν καταδικάσει οι οικουμενικές σύνοδοι, 2.000 χρόνια, η σύνοδος αυτή τους ονόμασε εκκλησίες! 

Που είναι φοβερό πράγμα, δεν έχει γίνει ποτέ στην εκκλησία αυτό το πράγμα. Είναι φοβερή εκτροπή. Και βλέπετε σήμερα, πόσο άφωνοι έχουν μείνει αυτοί οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι φύλακες τις Ορθόδοξης πίστης, κατ' εξοχήν υπεύθυνοι για την διαφύλαξη τις Ορθόδοξης πίστης είναι οι ιεράρχες! 

Οι Επίσκοποι! Πόσοι από τους ιεράρχες μιλούν; Ελαχιστότατοι! Πρέπει να μιλήσουν;

ΠΡΈΠΕΙ να μιλήσουν, είναι εντολή του Θεού! Για αυτό τους έβαλε ο Θεός εκεί...

Δεν είναι για να κάνουν διοίκηση, και να καταστέλλουν τους ιερείς που μιλάνε και ζούνε σωστά! Αλλά αντίθετα οι ίδιοι έπρεπε να μπαίνουν μπροστά και να διαμαρτύρονται όταν η πίστις χάνεται όπως τώρα. Γιατί δεν μιλούν; 

Γιατί αν θα μιλήσουν θα έχουν πειρασμό! Θα κινδυνέψει η θέση τους...

Θα έρθουν σε αντίθεση με τους λυκοποιμένες με αυτούς οι οποίοι έκαναν την σύνοδο και κρύβονται πίσω από την σύνοδο! Θα έρθουν σε αντίθεση με το Κράτος, με τους πολιτικούς οι οποίοι στήριξαν αυτή την σύνοδο ουσιαστικά-αυτοί την συγκρότησαν!

Και σου λέει καλύτερα μη μιλάς για να έχουμε την ησυχία μας! 

Ναι, αλλά αυτό αρέσει στον Θεό; Όχι βέβαια..

Και ένας που δεν θέλει να πειρασθή χάριν του Θεού - γιατί είπαμε ότι, αν τηρείς τις εντολές θα πειρασθης, θα έχεις πειρασμό - αυτός φυσικά δεν μπορεί και να σωθεί μετά...

Χάνει και την σωτηρία του. Για αυτό «Ουδείς ἀπείραστος δυνήσεται εισελθειν εἰς τήν βασιλείαν των ουρανών. Επαρον γάρ, φησί, τούς πειρασμούς, καί ουδείς ο σωζόμενος». Είναι δηλαδή και όλα αυτά τα σκάνδαλα που συμβαίνουν -και πάντοτε συνέβαιναν- στην εκκλησία, και οι αιρετικοί υπήρχαν πάντοτε. Διαφόρων ειδών αιρετικοί. 

Αλλά στην δική μας εποχή υπάρχει αυτή η φοβερή έκπτωση των ανθρώπων των πιστών οι οποίοι εμφανίζονται σαν να μην έχουν νεύρο ψυχής... Σαν άφωνοι μπροστά στο κακό...

Και καταπίνουμε, και δεχόμαστε αυτά που είναι απαράδεκτα...

Αρχ. Σάββας Αγιορείτης ~ Κερασιώτης Καυσοκαλυβίων
________________________________________________


Σχόλιο Π. κοινωνίας: O λόγος του Ιερομόναχου Σάββα Αγιορείτη, έχει ιδιαίτερη σημασία. Καθώς προέρχεται απο βαθιά και εμπειρική γνώση Θεού, την οποία μπορεί κανείς να διακρίνει αν παρακολουθεί καιρό τον πατέρα Σάββα, και έχει άποψη και γνώση, των αναλύσεων που κάνει στίς ομιλίες του...

Μια εξαιρετική και πολύ κατατοπιστική ομιλία του, ενα απο τα πιο αξιόλογα και ψυχωφέλιμα κείμενα που υπάρχουν στο διαδίκτυο, για όσους αναγνώστες δεν τον γνωρίζουν, παραθέτω εδω, πρός ωφέλια και μελέτη, με θέμα:  

(Περί τῆς θεραπείας τοῦ νοῦ ὡς τοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας)

       
Πηγή: amfoterodexios.blogspot.com

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως ~ Πρωτ. Γ. Μεταλληνός

Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως

(κείμενα εισαγωγικά στην Ορθοδοξία ~ Εκ του βιβλίου: Η Οδός)

Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:

Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. 

Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α’Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;

Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας.

Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία).

Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.

Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).

Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο.

Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.

Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. 

Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους.

Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης- ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
                                                                                  
π. Ιωάννης Ρωμανίδης 

Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά:

Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη - πιστότητα - βεβαιότητα (trust – faithfulness - certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας.


β) Ἡ «πρώτη» πίστη - ἡ «ἁπλή» πίστη - ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20). 

Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει.

Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).

Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου.

Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». 

Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη.

Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).

Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. 

Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.

Ποιά εἶναι ὅμως τά ἔργα, πού γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεολόγος (ι’-ια’ αἰ.) μιλᾶ γιά τίς «ἀρετές», πού γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: 

«Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι, ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». 

Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: 

«Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».

Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. 

Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία. Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.

Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο.

Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν».

Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. 

Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας.

Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.

Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό.

Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερική) πίστις.

Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».

Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικές ἀναφορές στή διπλή πίστη:

Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C - 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».

Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».

Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν».

Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια:

''Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος).''

Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).

Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό.


«Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.

Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια.

Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;

Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».

Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της).

Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!

Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία.

Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).

Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibiEcclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Συμπερασματικές επισημάνσεις:

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.


Φιλοκαλική διάκριση Ορθοδοξίας και αιρέσεως 

Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, από το βιβλίο: 
Η ΟΔΟΣ. ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ


Πηγή: impantokratoros.gr

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Το ''ευλογημένο'' χαστούκι του Αγίου Νικολάου στον Άρειο.


Το ευλογημένο χαστούκι του Αγίου Νικολάου στον Άρειο, εις την Α΄ Σύνοδο της Νίκαιας 325 μ.Χ.

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικής Συνόδου

O Άγιος Νικόλαος χαστούκισε τον αιρετικό Άρειο... Aντιβαίνοντας το κατά Ματθαίον, Κεφ Ε΄ «38 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος. 39 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ' ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·».

Ό Άρειος πρέσβευε και διαλαλούσε περίτρανα ότι ό Χριστός δεν είναι Θεός... αλλά κτίσμα και ποίημα του Θεού.

Αν και καθαιρείται, εξακολουθεί να υποστηρίζει σθεναρά την άποψη του με συνέπεια να πα­ρασύρονται αρκετοί από τα κηρύγματα του και να επικρατεί στις τάξεις της Εκκλησίας μεγάλη σύγχυση. Βλέποντας ο Μ. Κωνσταντίνος το πρόβλημα που είχε δη­μιουργηθεί συγκαλεί σε σύσκεψη όλους τους Αρχιερείς και τους πρώτους των Μοναχών στη Νίκαια, για να αποδειχθεί ποιος τελικά έχει δίκαιο....

Επιφανείς αρχιε­ρείς και Μοναχοί, ανάμεσα στους οποίους και ο Άγιος Νικόλαος συγκεντρώνονται στη Νίκαια το 325 μ.Χ. στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και τίθενται αντιμέτωποι του Αρείου.

Η συζήτηση είχε ξεκινήσει και η αγωνία ήταν μεγάλη...

Βλέποντας σε κάποιο χρονικό σημείο ο Άγιος Νικόλαος ότι ο Άρειος προσπαθεί να αποστομώσει τους Αρχιερείς... κινούμενος από Ιερή αγανάκτηση σηκώθηκε και κατάφερε δυνατό ράπισμα στον Άρειο.

Ο Άρειος με περισσή ψυχραιμία διαμαρτυρήθηκε στο βασιλιά, ανα­φέροντας ότι η εν λόγω συμπεριφορά, αν μη τι άλλο, ήταν προσβλητική και για τον ίδιο. Ο Μ. Κωνσταντίνος απευθυνόμενος στους αρχιερείς θύμισε ότι ο νόμος προ­βλέπει να κόβεται το χέρι εκείνου που τόλμησε μπροστά στο βασιλιά να χτυπήσει τον οποιοδήποτε. Ωστόσο έδω­σε την πρωτοβουλία ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι οι Αρχιερείς για την τύχη του παραβάτη.

Στην πρόκληση αυτή οι αρχιερείς παραδέχθηκαν το λάθος της συμπεριφοράς αλλά παρακάλεσαν το βασιλιά, για να μην διαταραχθεί η σπουδαία Σύνοδος που διεξαγόταν την ώρα εκείνη, να φυλακίσει τον Άγιο αφήνοντας την τιμωρία του για το πέρας των εργασιών της Συνόδου.

Πράγματι ο Άγιος φυλακίζεται, αλλά και πάλι θαυμαστό γεγονός λαμβά­νει χώρα στη φυλακή.

Το βράδυ παρουσιάζεται σε όραμα ο Χριστός και η Θεοτόκος ρωτώντας τον Άγιο το λόγο για τον όποιο αυτός βρισκόταν στη φυλακή. Όταν ο Άγιος αποκρίθηκε ότι φυλακίστηκε για τη δική τους αγάπη ο Χριστός του έδωσε το Άγιο Ευαγγέλιο ενώ η Θεοτόκος το αρχιερατικό ωμοφόριο.

Την επόμενη μέρα γνωστοί του Αγίου, που τον επισκέφθηκαν, για να του προσφέρουν λίγο άρτο, βρίσκουν τον Άγιο απαλλαγμένο από τα δεσμά να φορά το ωμοφόριο και να διαβάζει από το Ευαγγέλιο.

Όταν ο βασιλιάς πληροφορήθηκε τα γε­γονότα που διαδραματίσθηκαν στη φυλακή ελευθέρωσε τον Άγιο και μαζί με τους άλλους αρχιερείς ζήτησε συ­γνώμη από τον Άγιο για τη συμπεριφορά που επέδειξαν απέναντι του.

Μετά το πέρας της Συνόδου ο Άγιος επέ­στρεψε στην επαρχία του...

«Ποίοις μελωδικοῖς ἄσμασιν ἐπαινέσωμεν τόν Ἱεράρχην, τόν τῆς ἀσεβείας ἀντίπαλον, καί τῆς εὐσεβείας ὑπέρμαχον· τόν τῆς Ἐκκλησίας πρωτοστάτην· τόν μέγαν, προασπιστήν τε καί διδάσκαλον· τόν πάντας, τούς κακοδόξους καταισχύνοντα· τόν ὀλετῆρα Ἀρείου, καί θερμόν ἀντίμαχον· τόν δι’ οὗ τήν τούτου ὀφρύν, Χριστός καταβέβληκεν, ὁ ἔχων τό μέγα ἔλεος» (Πηγή: Κατακόμβη, Εξαμηνιαία έκδοση Μητροπολιτικού –Καθεδρικού Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Βόλου, Αφιέρωμα στον Άγιο Νικόλαο, Βίος του Αγίου Νικολάου, Αποστόλου Ακριβόπουλου, Φιλόλογου, Δεκέμβριος 1998, σσ. 31 – 32)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1. Αν και στην Σύνοδο της Νίκαιας υπάρχουν και πολλοί οπαδοί του Άρειου, εντούτοις κανείς δεν ζητά την αυστηρή τιμωρία του Αγίου Νικολάου, πράγμα που φανερώνει την εκτίμηση του από όλους, Ορθοδόξους και μη.

2. Το ότι ο Άγιος πλησιάζεται από τον Χριστό και την Παναγία σε όραμα, δεν σημαίνει πως επιβραβεύονται οι πράξεις του, διότι αν ο Θεός ήθελε να επιβραβεύσει τις πράξεις του [χαστούκι προς Άρειο], θα τον είχε υπερασπίσει θαυματουργικά [λύσιμο δεσμών] από την στιγμή που προσπάθησαν να τον φυλακίσουν. Όμως ο Χριστός είχε σκοπό διδακτικό και επέτρεψε ο Άγιος να φυλακιστεί, ώστε να μπει σε συλλογισμούς και να μετανοήσει και να ταπεινωθεί ακόμη και μπρος εις αιρετικούς.

3. Ο Χριστός ερωτά τον Άγιο γιατί είναι στην φυλακή και για να τον ελέγξει αλλά και για να φανερώσει τον πραγματικό λόγο που ο Άγιος χαστούκισε. Ποιος είναι αυτός ο λόγος; Ο λόγος δεν ήταν το μίσος και η αποβολή της αγάπης κατά ενός φυσικού προσώπου (Άρειος), αλλά η εμμονή την αγάπη του Αγίου προς τον Θεό. Μαρτυρεί αυτή η παραδοχή του Αγίου Νικολάου πως ο ίδιος, αν και λανθασμένα χαστούκισε τον Άρειο, δεν το έπραξε από μίσος προς τον τελευταίο αλλά θεώρησε τα λόγια του, πως ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά άνθρωπος, μεγάλη βλαστήμια κατ’ εξακολούθηση (αιρετική εμμονή) προς το άγιο Πνεύμα (Κατά Ματθαίον Κεφ. Ιβ΄ «31 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις· 32 καὶ ὃς ἐὰν εἴπῃ λόγον κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· ὃς δ' ἂν εἴπῃ κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι.»).

4. Ο Χριστός και η Παναγία δίδουν ευαγγέλιο και ωμοφόριο στον Άγιο Νικόλαο, ταυτόχρονα με το λύσιμο των δεσμών του, ακριβώς για να τον διδάξουν πώς αν και η Αγάπη προς τον Θεό είναι πάντοτε θεμιτή ως πρώτη εντολή θεώσεως. (Κατά Μάρκον, Κεφ. Ιβ΄ «29 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷ ὅτι Πρώτη πάντων ἐντολὴ· ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι· 30 καὶ ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολὴ·») εντούτοις θα πρέπει να συνοδεύεται από ειρήνη (Προς Εφεσίους Στ΄, «καὶ ὑποδησάμενοι τοὺς πόδας ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης») και ιεροσύνη εις την ζωή.

5. Ο Χριστός δεν σταυρώθηκε για να διδάξει τέλειους αλλά ατελείς (Κατά Λουκά, Κεφ. Ε΄ «31 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτούς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ἀλλ' οἱ κακῶς ἔχοντες· 32 οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν»και η μετάνοια είναι ο καλύτερος δρόμος της τελειότητας (Κατά Λουκά, Κεφ. Κγ΄ «39 Εἷς δὲ τῶν κρεμασθέντων κακούργων ἐβλασφήμει αὐτὸν λέγων· Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς.40 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῷ λέγων· Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; 41 καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε. 42 καὶ ἔλεγε τῷ Ἰησοῦ· Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. 43 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ.»)

6. Το γεγονός είχε διδασκαλικό περιεχόμενο τόσο για τον Άγιο Νικόλαο που επιτράπηκε από τον Θεό να φυλακισθεί, τόσο και προς τους αιρετικούς, πως ο Άγιος Νικόλαος είχε δογματικά δίκιο. Η ιστορία απέδειξε πως η διδασκαλία του Χριστού και της Παναγίας απέδωσε, διότι και ο Άγιος Νικόλαος συνέχισε μια πολύ ενάρετη και θαυματουργική (υποστήριξη Θεού) ζωή και οι αιρέσεις του Αρείου έσβησαν.

Το ευλογημένο χαστούκι του Αγίου Νικολάου στον Άρειο,
εις την Α΄ Σύνοδο της Νίκαιας 325 μ.Χ.
___________________________________

Πηγή: apologitis.com

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγγενα έρχονται, χτύπα ενα λάικ απο Εκείνον!


κάνε ενα ''ποστάρισμα'' καλό...

Ωραίο να έχεις πέραση ρε φίλε, να ''πουλάει'' η μούρη σου ε; να ''αρέσεις'' στόν κόσμο, είναι μια ικανοποίηση θαρρώ....

Βάλε τώρα απο την μια πλευρά, πόσα λάικ έχεις πάρει στο facebook, και απο την άλλη σκέψου λέει, να νιώσεις ενα δείγμα, ενα μικρό σημάδι, οτι αρέσεις στόν Θεό! 

Να σου κλήσει λίγο το μάτι, σα να σου λέει: ''Ήρθες; Σε περίμενα...'' 

Χριστούγγενα έρχονται, κάνε την κίνηση σου, δείξε λίγο διάθεση, κάνε ενα ''ποστάρισμα'' καλό, (εκείνη την εξομολόγηση που χρόνια αναβάλεις) ένα έργο άξιο ρε συ, και που ξέρεις, μπορεί να χτυπήσεις ενα λάικ απο Εκείνον....

Για σκέψου λέει, να ''αρέσεις'' Στόν Χριστό...!

Συγγραφή κειμένου, Δημήτρης Ρόδης για Πνεύματος κοινωνία


Χρειάζονται και οι ελεύθεροι σκοπευτές μέσα στήν Εκκλησία! ~ Αρχ. Γρηγόριος Χαραλαμπίδης


Ιεραποστολή: Το λαϊκό στοιχείο
Μπορεί ένας λαικός να είναι Ιεραπόστολος ;

Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Π. Χαραλαμπίδη

Γιατί ο πνευματικός πόλεμος, όπως και κάθε πόλεμος, δε διεξάγεται μόνο με αξιωματικούς. Χρειάζονται και οι οπλίτες, οι στρατιώτες. Χρειάζονται και οι «ελεύθεροι σκοπευτές». Και αυτοί μπορούν να κάνουν θαύματα...

Όπως σε ένα ψάρεμα, έτσι και σε μια πνευματική αλιεία πρέπει να συνεργαστούν πολλοί, ώστε το αποτέλεσμα να είναι πλούσιο προς δόξα Θεού. 

Δεν επαρκούν λοιπόν οι κληρικοί και οι ιεροκήρυκες. Αυτοί ήταν και είναι πάντοτε λίγοι. Και οι κενές θέσεις είναι αρκετές. Αυτές πρέπει να τις καλύψει, ως προς την ιεραποστολική δράση, ο ζήλος, ο ενθουσιασμός και η προθυμία των λαϊκών μελών της Εκκλησίας. 

Ο ιερός Χρυσόστομος έλεγε τα εξής ως προς το ζήτημα αυτό: 

«Αφού όλοι οι Χριστιανοί είμαστε ένα σώμα, ας μη ρίχνουμε όλη την ευθύνη της ιεραποστολικής εργασίας στους κληρικούς, αλλά όλοι μαζί, λαϊκοί και κληρικοί ας ενδιαφερόμαστε για την Εκκλησία, που είναι το κοινό Σώμα μας». (Χρυσοστόμου, Β΄ Κορινθ. ομιλ. 18, 3. 8, 3) 

Και άλλοτε ο ίδιος έλεγε: «Εγώ μεν είμαι ένας, εσείς όμως είστε πολλοί και θα μπορέσετε όλοι να είστε διδάσκαλοι· γι’ αυτό, παρακαλώ, μην αμελείτε το χάρισμα αυτό». (Χρυσοστόμου «Προς τους μη απαντήσαντας» 3 Μ. 51, 176) 

Λοιπόν και σήμερα επαληθεύεται ο λόγος του Κυρίου προς τους μαθητές Του·«Ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι· δεήθητε ουν του Κυρίου του θερισμού, όπως εκβάλη εργάτας εις τον θερισμόν αυτού» (Ματθ. θ΄ 37-38). 

Ναι, είναι λίγοι οι εργάτες της Εκκλησίας. Γι’ αυτό οι ευσεβείς και πιστοί γονείς ας ποθούν να προσφέρουν ένα παιδί τους στην Εκκλησία του Χριστού, στην εργασία του πνευματικού θερισμού. Ας προσεύχονται, ας ανατρέφουν καταλλήλως τα παιδιά τους, ας τα προετοιμάζουν για το άγιο και υψηλό αυτό έργο. 

Εν τω μεταξύ όμως «οι εργάται είναι ολίγοι» και η ανάγκη της ιεραποστολικής δράσης επείγουσα. Γι’ αυτό καλούνται και οι απλοί πιστοί, τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας, να εργαστούν με ζήλο και φλόγα αγάπης. 

Γι’ αυτό είπαμε, χρειάζεται Γενική Επιστράτευση...

Το λαϊκό στοιχείο αποτελεί μεγάλη δύναμη για την Εκκλησία, αφού και αυτό είναι σώμα της Εκκλησίας, όπως οι κληρικοί. 

Η Εκκλησία, δηλαδή, πρέπει να αγωνιστεί με όλες της τις δυνάμεις, με όλα τα μέλη της, για να πραγματώσει τον ιερό σκοπό, τη σωτηρία των πλανεμένων ψυχών. 

Είδαμε τι κάνουν οι αιρετικοί και μάλιστα οι Χιλιαστές...

Αν και βρίσκονται στην πλάνη και στο σκότος, μισούν το Χριστιανισμό και εργάζονται με μεγάλη δραστηριότητα και εδώ και στο εξωτερικό. Διηγείται κάποιος, ότι σε μεγάλη πόλη της Γερμανίας, στον υπόγειο ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, κάθονται μάρτυρες του Ιεχωβά και πουλούν τα έντυπά τους, που είναι τυπωμένα σε διάφορες γλώσσες. Και αυτοί είναι εργάτες, οι οποίοι αντί να αναπαυθούν μετά την καθημερινή εργασία τους, πηγαίνουν και διαδίδουν τα αιρετικά φυλλάδιά τους. 

Λοιπόν, είναι ντροπή εμείς να διστάζουμε και να μένουμε νωθροί. Χρειάζεται το λαϊκό στοιχείο να κινηθεί και να δράσει...

Γιατί ποιος θα εισχωρήσει στα εργοστάσια, στις βιοτεχνίες, στα γραφεία, στα καταστήματα, στις γειτονιές, στους σιδηροδρόμους, στα χωριά, στις συνοικίες; Οι κληρικοί και θεολόγοι είπαμε ότι δεν επαρκούν και συχνά δεν μπορούν. Μπορεί όμως αυτό να το κάνει ένας φλογερός Χριστιανός, που ήδη εργάζεται και κινείται μέσα σε τέτοιο περιβάλλον. Εκεί καλείται να εργαστεί ιεραποστολικά, να γίνει ψαράς ψυχών και φωτοδότης.

Εκεί που τον έταξε ο Θεός, να γίνει σποριάς της χριστιανικής αλήθειας. […] 

Θέλετε να ακούσουμε και μια σπουδαία διαβεβαίωση που κάνει ο θεόπνευστος απόστολος, ο αδελφόθεος Ιάκωβος; 


Να ακούσουμε για το μέγεθος και την αξία της ιεραποστολής, που συντελεί στη σωτηρία ψυχών; 

«Εάν τις πλανηθή από της αληθείας και επιστρέψη τις αυτόν, γινωσκέτω ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου…» (Ιακώβου ε΄ 19-20). 

Δηλαδή, εάν κάποιος πλανηθεί και απομακρυνθεί από τη χριστιανική αλήθεια και άλλος αδελφός τον επαναφέρει σ’ αυτήν, ας γνωρίζει ότι εκείνος που επέστρεψε ένα αμαρτωλό από την οδό της πλάνης, αυτός θα σώσει μια αθάνατη ψυχή από τον αιώνιο θάνατο. 

Και ασφαλώς ο Θεός θα αμείψει με μεγάλο βραβείο εκείνον, που εργάζεται για τη σωτηρία μιας ή και περισσότερων αθανάτων ψυχών. 

Ναι, αδελφέ μου, είναι μεγάλο χάρισμα και τιμή και ευλογία να αρπάζεις ψυχές αθάνατες από τα δόντια και το στόμα του νοητού δράκοντος, του πονηρού διαβόλου, να τις παίρνεις από την εξουσία και δουλεία του Αντιχρίστου και να τις προσφέρεις στον ελευθερωτή Ιησού Χριστό, για να τις αναγεννήσει και να τις σώσει! Υπάρχει μεγαλύτερο και ιερότερο έργο από αυτό; 

Φεύγοντας από τον κόσμο αυτό θα είμαστε ευτυχείς, αν έχουμε να πάρουμε μαζί μας τέτοια έργα. Εκτός από την ατομική αρετή, θα είμαστε μακάριοι, αν θα έχουμε συντελέσει με τη Χάρη του Θεού στο να σωθούν τέσσερις ή πέντε αθάνατες ψυχές. 

Είναι δυνατόν να μη βραβεύσει ο Θεός όσους κουραστούν για μια τέτοια ιερή υπόθεση; Το δε βραβείο του Θεού θα είναι η άφεση των δικών μας αμαρτιών και η πλούσια ευλογία Του. 

Λέει τα εξής σπουδαία και πάλι ο ιερός Χρυσόστομος: 

«Εκείνο το οποίο δεν μπορεί να επιτύχει ούτε η νηστεία, ούτε ο ύπνος κάτω στο χώμα, ούτε οι ολονύκτιες προσευχές, ούτε τίποτε άλλο, το επιτυγχάνει η σωτηρία του αδελφού μας… Γιατί με ένα και μόνο τέτοιο κατόρθωμα θα μπορέσεις να καθαρίσεις την κηλίδα των αμαρτιών, τις οποίες με το στόμα σου έκανες. Τότε το στόμα σου θα εξαγνιστεί, θα γίνει σαν το στόμα του Θεού, αφού με τα λόγια σου αν οδηγήσεις έστω και ένα άνθρωπο στη σωτηρία». (Χρυσοστόμου, Λόγος κατά Ιουδαίων 8ος, 679 Α, Β).

Επίσης τονίζει: «Αφού γνωρίζεις αγαπητέ, ότι η ζωή αυτή είναι μικρή και σύντομη, εργάσου για να κερδίσεις ψυχές. Αν δεν κερδίσουμε τέτοια κέρδη, δε θα βρούμε καμιά σωτηρία.» Kαι: «Δύναται πολλάκις μία κερδηθείσα ψυχή μυρίων όγκον αμαρτημάτων αφανίσαι και γενέσθαι ημίν αντίψυχον (αντίλυτρον) εν εκείνη τη ημέρα». (Ο.π. 688Α) 

Κατά την ημέρα της Κρίσεως θα μας αμείψει ο Θεός και θα συγχωρήσει τα αμαρτήματά μας, εάν εργαστούμε ιεραποστολικά για τη σωτηρία ψυχών.

Ας θυμόμαστε πάντοτε αυτή την αλήθεια, που ο ιερός Χρυσόστομος μας τονίζει. 

Από το βιβλίο “Εκστρατεία Ιεραποστολής” του Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Π. Χαραλαμπίδη, θεολόγου-ιεροκήρυκα, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “ο Σωτήρ”.  Πηγή: xfd.gr/εκκλησία
_________________________________________________

Σχόλιο Π. κοινωνίας: Ο Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος Βλάχος, ὁριοθετεῖ μέ ἀπόλυτη σαφήνεια τόν ρόλο τῶν λαϊκῶν στήν Ἐκκλησία: «Καί οἱ λαϊκοί εἶναι μάρτυρες τῆς ἀληθείας, εἶναι ποιμένες (ἐμμέσως) τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι συνεργοί τῶν Ποιμένων, ἀκόμα συμμετέχουν ὡς σύμβουλοι στίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί ἐπί πλέον δέχονται ἤ ἀπορρίπτουν τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων...»

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Γέροντα χειμώνιασε, τι θα γίνει θα την πάρουμε την πόλη;






 Σε πολλούς που τον ρωτούσαν, πότε θα πάρουμε την Πόλη...

ο Άγιος Παΐσιος απαντούσε: εσύ πήρες τον Χριστό μέσα σου; 

άσε πότε θα πάρουμε την Πόλη...
__________________________________

Σχόλιο Π. κοινωνίας: Την ωρα της εξόδου της ψυχής απο το σώμα, αυτό που θα μετρήσει για την σωτηρία μας είναι η μετάνοια, η κατάσταση της ψυχής μας, αν είμαστε μέτοχοι της θείας Χάριτος Του Χριστού, και οχι ποιά πόλη είχαμε στήν κατοχή μας... 


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Ομολογία Πίστεως Αγιορειτών Πατέρων ~ Γιατί ο Πατριάρχης είναι Αιρετικός


ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ 
ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 8η Νοεμβρίου 2016

Πρός τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους 
καί τούς Σεβαστούς ἁγίους Καθηγουμένους τῶν Ἱερῶν Μονῶν.


Σύναξις τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ πασῶν τῶν ἀσωμάτων καὶ ἐπουρανίων Δυνάμεων. Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος.

“Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς”.(Μτ. Ι, 32)

“Eὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ τῷ ἱκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τὴν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί”, ὅπου κατεξοχὴν εἶναι καὶ λέγεται ὁ μοναχισμός, τὸ ἀκρότατον τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας, ἡ κλήση τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖ κατὰ τὸ ἀποστολικὸν λόγιον: “περιπατῆσαι ὑμᾶς ἀξίως τοῦ Κυρίου εἰς πᾶσαν ἀρέσκειαν ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ καρποφοροῦντες καὶ αὐξανόμενοι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ”, “ ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ έν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ”, αὐτῆς τῆς γνώσεως διὰ τῆς φωτουργοῦ διδασκαλίας τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἤλθαμε εἰς ἐπίγνωσιν τῶν κρισίμων δογματικῶν ζητημάτων πίστεως, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν παναίρεσιν τοῦ διαχριστιανικοῦ καὶ διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα διενεργοῦνται κατὰ τῆς ἁγίας καὶ ἀμωμήτου ὀρθοδόξου πίστεως.

Ἐπὶ 114 συναπτὰ ἔτη, ἀρχῆς γενομένης τὸ 1902, ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως πρωτοστατεῖ, ἔργῳ καὶ λόγῳ, στὴν ἐπιβολὴ τῆς παναιρετικῆς καινοφανοῦς διδασκαλίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δυστυχῶς, παρατηρεῖται ἐντὸς τῶν περισσοτέρων μονῶν καθὼς καὶ κελλιωτικῶν συνοδειῶν ἡ καλλιέργεια ἑνὸς κλίματος ἀμεριμνίας καὶ ἀδιαφορίας, ἡ ὁποία ἐγγίζει τὰ ὅρια τῆς ἠθελημένης ἄγνοιας, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ ἐκεῖ μονάζοντες πατέρες νὰ ἀγνοοῦν ἕως καὶ τὰ βασικότερα περὶ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τούτων οὕτως ἐχόντων, κατόπιν πολλῆς καὶ ἐμπόνου προσευχῆς, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησεως μᾶς ὑπέδειξε νὰ ξεκινήσουμε ἀγῶνα ὁμολογιακὸ, θεμελιωμένο στὴν ἀντιαιρετικὴ στάση τῶν ὁσίων Πατέρων τοῦ παρελθόντος, ἐξαιρέτως τῶν Ἁγιορειτῶν.


Γιατί οἱ ἀποφάσεις τῆς λεγομένης Ἁγίας,
καί  Μεγάλης Συνόδου (ΑκΜΣ), εἶναι αἱρετικές.

Ἡ μελέτη τῶν ἀποφάσεων τῆς λεγομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (ΑκΜΣ), ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἁγιοπατερικῆς διδασκαλίας καὶ ὄχι κατὰ τὴν ἑκάστου προσωπικὴ γνώμη, μᾶς ὡδήγησε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος ἀντὶ νὰ ὀρθοτομήσει τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ νὰ καταδικάσει ὡς ΑΙΡΕΣΗ τὸν Οἰκουμενισμό, ἀντιθέτως τὸν ἐπέβαλε προσδίδοντάς του πανορθόδοξον κῦρος, ἀποδεχομένη τὴν ἐκκλησιαστικότητα τῶν πάλαι ποτὲ καταδεδικασμένων αἱρέσεων τοῦ παπισμοῦ καὶ τοῦ προτεσταντισμοῦ. Ἡ λήψη τῆς συγκεκριμένης ἀποφάσεως καὶ μόνον τὴν καθιστᾶ μία ἀντορθοδόξου πίστεως καὶ ὁμολογίας ψευδοσύνοδο.

1) Συγκεκριμένα στὸ τελικὸ κείμενο “Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον’’, στὴν παράγραφο 6 ἀναφέρεται: “ Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν μὴ εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ᾿ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν”. Ἐδῶ βλέπουμε τὸ παραπλανητικὸ παιχνίδι τῶν χρησιμοποιουμένων ἐκφράσεων...

Ἡ χρήση ἀφ’ ἑνὸς μέν τῆς ἐκφράσεως ὅτι ἡ Ἐκκλησία “ἀποδέχεται”, ἀφ’ ἑτέρου δέ, τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν αἱρετικῶν ὡς “ Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν”, καταφανῶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ΑκΜΣ (καὶ δι’ αὐτῆς πάντες οἱ ἀποδεχόμενοι αὐτήν), υἱοθέτησε καὶ ἀποδέχθηκε τὴν νέα ἐκκλησιολογία τῆς Β´ Βατικανῆς “συνόδου”, ὅπως ἐκφράστηκε στὰ ἐπίσημα κείμενά της (βλ. κυρίως Lumen Gentium 15, Unitatis Redintegratio 3, ὅπου γίνεται ἀναφορὰ στὴν ὕπαρξη “ Ἐκκλησιῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Κοινοτήτων”), συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ “ἐκκλησία” διεσπάσθῃ ἐν χρόνῳ, πλὴν τὰ διασπασθέντα μέλη, ἐὰν μὲν διατηροῦν ἐπισκοπάτο καὶ μυστήρια (Βάπτισμα, Χρῖσμα, Εὐχαριστία), καλοῦνται “ Ἐκκλησίες” καὶ θεωρεῖται ὅτι διακρατοῦν περισσότερα στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητος, (οἱ Παπικοὶ ἀναφερόντουσαν στοὺς Ὀρθοδόξους, στοὺς Μονοφυσῖτες, καὶ σὲ τμήματα τοῦ Προτεσταντικοῦ κόσμου, ὅπως π.χ. οἱ Ἀγγλικανοί· στὸ δὲ κείμενο τῶν Σχέσεων, ἡ ἀναφορὰ καλύπτει Μονοφυσῖτες καὶ Προτεστάντες ὅπως ἀνωτέρω, μὲ τὴν προσθήκη τῶν Παπικῶν), ἂν δὲ δὲν διατηροῦν τὰ ἀνωτέρῳ, παρὰ μόνον τὸ Βάπτισμα, ὀνομάζονται “ Ἐκκλησιαστικὲς Κοινότητες” (μ’ αὐτὸ τόσο οἱ Παπικοί, ὅσο καὶ ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης ποὺ τοὺς ἀκολουθεῖ, -ἁπλῶς ἀλλάζοντας τό “Κοινότητες” σέ “ Ὁμολογίες”- ἐννοοῦν τοὺς καλβινίζοντες Προτεστάντες).

2) Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, εἰδικὰ στὶς παραγράφους 9-11, ἐπικυρώνεται συνοδικὰ, οὐσιαστικὰ, τὸ σύνολο τῶν ἀποφάσεων-κειμένων τοῦ συμβουλίου ‘’Πίστις καὶ Τάξις’’ τοῦ Π.Σ.Ε, ὅσο καὶ αὐτῶν ποὺ ἔχουν παραχθεῖ ἀπὸ τὴ Μικτὴ Θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ Παπικῶν καὶ ‘’ὀρθοδόξων’’. Προσδίδεται ἔτσι σὲ ὅλα αὐτὰ πλέον συνοδικὴ ἔγκριση πανορθοδόξου κύρους. Ἀποδέχεται ἑπομένως καὶ ἀναγνωρίζει στὶς αἱρετικὲς κοινότητες ὅτι ἔχουν, καθὼς καὶ οἱ ὀρθόδοξοι, ἀποστολικὴ διαδοχή, ἱερωσύνη, βάπτισμα καὶ αὐθεντικὰ μυστήρια, (βλ. συμπεφωνημένα κείμενα Μονάχου 1981, Μπάρι 1987, Νέου Βάλαμο 1988, Μπαλαμάντ 1993, Ραββένας 2007). Ἐν ὀλίγοις ἀποδομεῖται ὁλόκληρη ἡ ἀποστολικοπαράδοτη, δογματικὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ΑκΜΣ ἀποδέχεται ὅτι ὁ Πάπας καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ δίχος νὰ ἀποκηρύξουν κανένα ἀπὸ τὰ αἱρετικὰ δόγματά τους εἶναι καὶ αὐτοὶ Ἐκκλησίες, ἐνῶ ἀντιθέτως, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀναθεμάτιζαν καὶ ἀπέκοπταν τοὺς αἱρετικοὺς ὡς σάπια καὶ νεκρὰ μέλη, ὡς παντελῶς ξένα δηλαδὴ πρὸς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

3) Ὅσον ἀφορᾷ στὸ κείμενο περὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ Γάμου, παρατηρεῖται μία ἐσκεμμένα παραπλανητικὴ ἀμφισημία κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῶ ἀρχικῶς καταγράφεται ἡ σχετικὴ πατερικὴ διδασκαλία ἐπὶ τοῦ θέματος (παράγραφοι ἕως καὶ II,3), κατόπιν αὕτη ἀνατρέπεται πλήρως διὰ τῆς ἐπισήμου ἀποδοχῆς τῶν μικτῶν λεγομένων “γάμων”, μέσω τῆς ἐφαρμογῆς μιᾶς ψευδωνύμου “οἰκονομίας”, ἡ ὁποία καταστρατηγεῖ τόσο τὸ γράμμα, ὅσο καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ 72ου κανόνος τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου (692), μιγνύοντας τὰ ἄμικτα: ὀρθόδοξους καὶ αἱρετικούς. Ἡ συγκεκριμένη ἀπόφαση ἀποτελεῖ τὸ δεύτερο σημεῖο ἀναγνωρίσεως ἐκκλησιαστικότητος τῶν ἀποκεκομμένων ἐκ τῆς Ἐκκλησίας αἱρετικῶν κοινοτήτων, ἀφοῦ γίνεται ἀποδεκτὸ πλέον καὶ συνοδικῶς, τὸ ἔγκυρον τοῦ αἱρετικοῦ βαπτίσματος καὶ κατὰ συνέπειαν τῶν αἱρετικῶν “μυστηρίων” καὶ συνακόλουθα τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας: 

“Ὁ γάμος Ὀρθοδόξων μεθ᾿ ἑτεροδόξων κωλύεται κατὰ κανονικὴν ἀκρίβειαν (κανὼν 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλῳ Συνόδου). Ἡ δυνατότης ἐφαρμογῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας ὡς πρὸς τὰ κωλύματα γάμου δέον ὅπως ἀντιμετωπίζεται ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἑκάστης αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.” (παράγραφοι II,5,i-ii).

4) Ἀναφορικῶς δὲ πρὸς τὸ κείμενο τῆς Νηστείας, ἰσχύει ὅ,τι ἐλέχθη καὶ γιὰ τὸ κείμενο τοῦ Γάμου: ἕως καὶ τὴν παράγραφο 7, παρουσιάζεται ἡ σχετικὴ ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ νηστείας, ἀκολούθως ὅμως “ἐπιτρέπεται” ἡ κατάλυσίς της (Νηστεία 8), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραδίδεται τελεσιδίκως ἡ ἀσκητικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση στὸ ἐκκοσμικευμένο καὶ ἀντιασκητικὸ πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ ἐδῶ διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς «οἰκονομίας»: καταλύονται οἱ ἱεροὶ κανόνες περὶ τῆς νηστείας.

5) Στὴν σύνοδο τῆς Κρήτης δὲν ὑπῆρξε οὔτε κἂν ἡ ἐπίφασις συνοδικότητος ποὺ βλέπουμε στὴν Β’ Βατικανὴ σύνοδο, στὴν ὁποία εἶχε κληθεῖ τὸ σύνολο τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη παπικῶν ἐπισκόπων, ἐνῶ στὴν ΑκΜΣ δὲν συμμετεῖχε τό σύνολο τῶν ἐπισκόπων παρὰ μόνον “ἀντιπροσωπεῖες”. Ἡ σύνοδος λειτούργησε σὰν νὰ ἦταν κάποιο πολιτικὸ σῶμα, ὅπου οἱ ἀντιπροσωπεῖες ψήφισαν κατ’ ἀρχὰς ἐσωτερικά, ὅπως καὶ οἱ κοινοβουλευτικὲς ὁμάδες τῶν κομμάτων, μὲ τελικὴ κατάληξη τὴν ψηφοφορία τῶν πρώτων, ὡς ἄλλων πολιτικῶν ἀρχηγῶν.

Μὰ οὔτε καὶ πανορθόδοξος ἦταν, ἐφόσον τελικῶς ἔλειψαν τέσσερεις Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. 

Ὄντως ἡ ΑκΜΣ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὶς προηγούμενες Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Συνόδους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐξάλλου, ὅπως χαρακτηριστικὰ δήλωσε ὁ Ἀναστάσιος Ἀλβανίας, συνιστᾶ μία νέου εἴδους “σύνοδο”. Ἡ νέα πραγματικότητα ποὺ διαμορφώνεται μὲ “συνόδους” τύπου Κολυμπαρίου Κρήτης εἶναι ὅτι καταλύεται τὸ συνοδικὸ σύστημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ εἰσάγεται ἡ ἐκκοσμίκευση ἐντὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ εὐωδία τοῦ λιβανιοῦ ἀλλὰ ἡ δυσωδία τῶν κοσμικῶν ἀρωμάτων. Ὄντως δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ ὁ αὐθεντικὸς δογματικὸς λόγος καὶ ἡ ἀκρίβεια ποὺ ἁρμόζει σὲ μία Ὀρθόδοξη Σύνοδο, ὥστε νὰ ἀποπνέει ἐμπιστοσύνη καὶ αὐθεντικότητα.

6) Κλείνοντας, παρατηροῦμε ὅτι σὲ ὅλα τὰ κείμενα τῆς Συνόδου δὲν ὑπάρχει ἡ εὐθύτης τοῦ λόγου, τὸ εὐαγγελικόν «ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὔ οὔ» (Ματθ. εʹ, 37), ἐκεῖνο μάλιστα ποὺ ἐντυπωσιάζει εἶναι ὅτι οἱ λέξεις ποὺ συστηματικὰ ἀποφεύγονται εἶναι: αἱρετικοί, αἵρεσις καὶ δόγμα. Σκοπὸς βεβαίως τοῦ παρόντος κειμένου δὲν εἶναι ἡ λεπτομερὴς θεολογικὴ ἀνάλυση ἐπὶ τῶν κειμένων τῆς ΑκΜΣ, ἐπ’ αὐτοῦ παραπέμπουμε στὴ θεολογικὴ μελέτη τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἐπιφανίου Καψαλιώτου, καθὼς καὶ ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων καθηγητῶν. Στὶς ἐν λόγῳ ἐργασίες γίνεται σαφὲς ὅτι πέραν τοῦ κακοδόξου κειμένου τῶν Σχέσεων, καὶ τὰ ἄλλα συνοδικὰ κείμενα: τῆς Ἐγκυκλίου, τοῦ Μηνύματος, καὶ τῆς Ἀποστολῆς, βρίθουν ἀντορθοδόξων θέσεων περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἐν τῷ κόσμῳ.


 
                                                                               
Ἡ λεγομένη ΑκΜΣ ἀποκορύφωμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Πάντως τὰ τελικῶς γενόμενα στὴν λεγομένη ΑκΜΣ δὲν προξενοῦν ἐντύπωση ὡς κάτι τὸ ἀπρόσμενο, ἀντιθέτως, ἀποτελοῦν τὴν φυσιολογικὴ κατάληξη μιᾶς ὁλοκλήρου πορείας αἱρετικῶν πράξεων καὶ λόγων τοῦ ἑκάστοτε πατριάρχου ἀπὸ τὸ 1902 καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ φοβερὸν εἶναι, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν ΑκΜΣ ὁ νῦν Πατριάρχης ἔδραμε σπουδαίως στὴ διαθρησκειακὴ σύναξη τῆς Ἀσσίζης γιὰ νὰ ἀνάψει καὶ αὐτὸς τὸ κεράκι του στὸν κοινὸ βωμὸ τοῦ Βάαλ τῆς Πανθρησκείας (Αὔγουστος 2016). Τοῦτο ἀποτέλεσε συνέχεια προηγουμένων συμπροσευχῶν μετὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ, ὅπως Ἑβραίων, Βουδιστῶν, Ἰνδουϊστῶν, Εἰδωλολατρῶν κ.ἄ. Ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι ἄρνηση Χριστοῦ, τότε τί εἶναι; Ὑπηρετεῖ, δυστυχῶς, πιστὰ τὴν Πανθρησκεία τοῦ Ἀντιχρίστου. Αὐτὰ οὐδεὶς αἱρετικός, διὰ μέσῳ τῶν αἰώνων δὲν τόλμησε οὔτε κἂν καὶ νὰ τὰ σκεφθεῖ!

Ἀναπόφευκτα τὸ ἑπόμενο καὶ τελικὸ στάδιο θὰ εἶναι ἡ ὑποταγὴ στὸ πρωτεῖο ἐξουσίας, στὸ ἀλάθητο τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα καὶ «τὸ κοινὸ ποτήριο» , δηλαδὴ στὴ μετατροπὴ τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν σὲ Οὐνιτικές.

Εἶναι γνωστὸ τοῖς πᾶσι ὅτι ὁ νῦν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τυγχάνει ὁ κύριος ἐμπνευστὴς ὅλων τῶν κακοδόξων ἀποφάσεων τῆς ΑκΜΣ, καθὼς αὐτὸ ἀποτελοῦσε ὅραμα ζωῆς καὶ ἦταν ὁ διαρκής του στόχος. Οἱ αἱρετικοῦ χαρακτήρα θεολογικὲς θέσεις τοῦ Πατριάρχου -οἱ ὁποῖες ἔλαβαν πλέον καὶ πανορθόδοξον κῦρος- εἶναι ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια γνωστὲς καὶ εἶναι καταγεγραμμένες τόσο σὲ κείμενα, ὅσο καὶ ὡς προφορικὲς δηλώσεις καὶ ἔχουν ἐλεγχθεῖ δημοσίως ἀπὸ θεολογικὲς μελέτες ἐπισκόπων, ἀπὸ τὴ “Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν”, ἀπὸ ἀκαδημαϊκοὺς καθηγητὲς τῆς Θεολογίας, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλους κληρικοὺς καὶ λαϊκούς.

Ἐμεῖς ἀπὸ τὴν πλευρά μας, δώσαμε τὴν ἁγιορειτικὴ μαρτυρία ἐκδίδοντας τὸν συλλογικὸ τόμο «Ἅγιον Ὄρος. Διαχρονικὴ μαρτυρία στοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς πίστεως» (κλίκ εδω) τὸ 2014, καὶ τὸν ὁποῖο ὑπέγραψαν τέσσερις ἁγιορεῖτες Ἡγούμενοι καθὼς καὶ πλῆθος κελλιωτῶν καὶ γερόντων.

Περιέχει παλαιότερα κείμενα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, προβάλλοντας ἔτσι τὴ διαχρονικὴ φωνὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρὸς ἐνημέρωση τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως σήμερα κρατεῖται στὸ σκότος καὶ τὴν ἄγνοια. Στὸ συγκεκριμένο κείμενο, καθὼς καὶ σὲ ἄλλα ποὺ ἔχουν δεῖ κατὰ τὸ παρελθὸν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος, γίνεται σαφὲς ὅτι ὁ Πατριάρχης κηρύττει αἵρεσιν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρουμε ὁλίγα ἐκ τῶν (πάρα) πολλῶν: 


ΓΙΑΤΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ

1) Ὁ Πατριάρχης δὲν πιστεύει εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, δηλαδὴ εἰς «Μίαν Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν».

Τὸ Μάϊο τοῦ 2014 στὴ συνάντησή του μὲ τὸν Πάπα στὰ Ἱεροσόλυμα στὸ λόγον του εἶπε: « Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία…λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καὶ τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοὸς διεσπάσθη ἐν χρόνῳ…αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι ὡδηγήθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως…» (προσφώνησις Πατριάρχου πρός Πατριάρχην Ἱεροσολύμων 24 Μαΐου 2014 βλ. ἱστολόγιο amen). 

Ἔχει πεῖ, «…Ἐφ᾿ ὅσον δηλονότι ἡ μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς χάριτος καὶ ἀρχηγὸς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τὴν παραδοχὴν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καὶ προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τὴν ἑτέραν…δὲν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ᾿ ἕν σῶμα μετ᾿ αὐτῶν». (Προσφώνησις πρὸς τήν παπικὴν ἀντιπροσωπίαν εἰς τὴν θρονικὴ ἑορτὴ, Κων/πολις 1998, περ. Ἐπίσκεψις).

Σὲ ἄλλη του ὁμιλία εἶπε: « Ἀπηλλαγμένοι λοιπὸν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος…Κάθε Ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε Ἐκκλησία ἐκπληρώνει τἠν καθολικότητά της, ὅταν εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες…ὁ ἕνας χωρὶς τὸν ἄλλον εἴμαστε πτωχευμένοι» (Ὁμιλία εἰς Γενεύην 17 -2 2008).

Ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὸν Πατριάρχη εἶναι διεσπασμένη καὶ διῃρῃμένη. Δὲν ὑπάρχει ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ μέσα σὲ αὐτὴν τὴν διῃρημένη «Ἐκκλησία» συγκαταλέγει καὶ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Πιστεύει στὴν οἰκουμενιστικὴ «θεωρία τῶν κλάδων». Ἐπ᾿ αὐτοῦ δημοσίευσε θεολογικὴ κριτικὴ ἡ ‘’Σύναξις Ὀρθοδόξων κληρικῶν καὶ μοναχῶν’’, ποὺ ἀποδεικνύει τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Πατριάρχη.

Κατὰ συνέπειαν, «ὅποιος πιστὸς κληρικὸς καὶ λαϊκὸς ἀμφισβητεῖ ἤ ἀρνεῖται συνειδητὰ τήν ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρικὴ ὀρθόδοξη πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ ὁριοθετεῖται μὲ κάθε ἀκρίβεια στοὺς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἰδιαιτέρως στὰ μονοσήμαντα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εὐλόγως ἐκπίπτει ἀπό τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑποκείμενος σὲ καθαίρεση ἢ ἀφορισμὸ κατὰ τίς Οἰκουμενικὲς Συνόδους». ( βλ. Ζʹ Ἱερὸν Κανόνα τῆς Γʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καὶ τὴν μελέτη “Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου”, ἔκδ. Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν, 2015, σελ. 13).

2) Ὁ Πατριάρχης δὲν πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς ἀληθινὸς Θεός καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὅπως τὸν ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολον τῆς πίστεώς μας « Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν…», καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται πάλιν ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια καὶ ἔργα του. Δὲν πιστεύει εἰς τὸ «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα». (Ἐφ. Δʹ, 5).

Τὸ 2001 στὴν νότιο Ἀφρικὴ, δήλωσε ὅτι: « ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, δὲν ἐπιδιώκει νὰ πείση τοὺς ἄλλους γιὰ μία συγκεκριμένη ἀντίληψι τῆς Ἀλήθειας ἢ τῆς Ἀποκαλύψεως ». (ἐκ τῆς ἱστοσελίδος τοῦ Πατριαρχείου).

Ὁ Πατριάρχης λέγοντας ὅτι δὲ χρειάζεται νὰ διδάσκουμε «γιὰ μιὰ συγκεκριμένη ἀντίληψι τῆς Ἀληθείας ἢ τῆς Ἀποκαλύψεως», καταργεῖ τὴν ἱεραποστολὴ καὶ τὸ βάπτισμα· γιὰ αὐτὸ καὶ ἀπαγορεύει τὸ ὀρθόδοξο βάπτισμα στοὺς προσηλύτους.

3) Πιστεύει ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες σώζουν.

Στὴ Γενεύη τὸ 1995 ἔκανε τὴ δαιμονικὴ, βλάσφημη δήλωση: «ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΔΟΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ». (Ἐπίσκεψις ἀρ. 523, σελ. 12).

Ἐὰν ὅλες λοιπὸν οἱ θρησκεῖες σώζουν, γιατί τότε νὰ ἔρθει ὁ Χριστὸς στὴν γῆ; Γιατί νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ σταυρωθεῖ , ἀφοῦ ὅλες οἱ θρησκεῖες σώζουν; Γιὰ τὸν Πατριάρχη λοιπὸν, ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ὁ χριστιανισμὸς εἶναι ἁπλᾶ μία θρησκεία, ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες θρησκεῖες. Καὶ ἀκόμη μνημονεύεται ἡμέρας καὶ νυκτὸς ὡς ὀρθοτομῶν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας;…

Στὴν 6η Παγκόσμια Συνάντηση Θρησκείας καὶ Εἰρήνης στὶς 4/11/1994 δηλώνει: «Ἐμεῖς οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέτες πρέπει νὰ φέρουμε στὸ προσκήνιο τὶς πνευματικὲς ἀρχὲς τοῦ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, τῆς ἀδελφωσύνης καὶ τῆς εἰρήνης. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε αὐτὸ πρέπει νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι στὸ πνεῦμα τοῦ ἑνὸς Θεοῦ...Ρωμαιοκοθολικοὶ, καὶ Ὀρθόδοξοι, Προτεστάνται καὶ Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι καὶ Ἰνδοί, Βουδισταί...». (Ἐπίσκεψις ἀρ. 494, σελ. 23, Γενεύη 1994).

Πιστεύει καὶ κηρύττει ὅτι τὸ Κοράνιο εἶναι “ἴσο μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἱερὸ, ὅπως αὐτή”[1] καὶ ὅτι οἱ Μωαμεθανοὶ μποροῦν νὰ πᾶνε στὸν παράδεισο χωρὶς νὰ πιστεύουν στὸ Χριστό[2]

Ὁ Πατριάρχης στήν Ἀτλάντα τῆς Τζώρτζια τῶν ΗΠΑ, προσφώνησε τόν ἰδιοκτήτη τῆς Coca Cola Μουχτὰρ Κέντ καὶ εἶπε: «Ἔχω ἕνα μικρὸ ἐνθύμιο, μικρό, ἀλλὰ καὶ μεγάλο· ἐνθύμιο στή Δάφνη καί στόν Μουχτάρ. Εἶναι τὸ ἅγιο κοράνιο, τὸ ἱερὸ βιβλίο τῶν μουσουλμάνων ἀδελφῶν μας». (Περιοδικό: Ἅγιον Ὄρος - Διαχρονικὴ μαρτυρία στούς ἀγῶνες τῆς Πίστεως, ἔκδ. Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Ἁγ. Ὄρος 2014, σελ. 69).



Πιστεύει καὶ κηρύττει ὅτι πολλὲς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωρινές[3], διαφωνώντας ἀκόμα καὶ μὲ τὸν Κύριο!

Ὀνομάζει "εὐλογημένη" καὶ τιμᾷ τὴ Συναγωγὴ τῶν Ἑβραίων, ἐκεῖ ποὺ ὑβρίζεται ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Θεοτόκος[4]. Γιὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο ἡ Συναγωγὴ εἶναι “χῶρος δαιμονίων ποὺ συνάζονται οἱ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ θεομάχοι”[5].

4) Πιστεύει καὶ κηρύττει τὴν βασικὴ ἀρχὴ τῆς Μασονίας ὅτι δηλαδή: "ἕκαστος νὰ λατρεύῃ τὸν Ἕνα Θεὸν ὡς προτιμᾷ…". "Ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται εἰς τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν ἀνθρώπων καὶ μάλιστα, αὐτῶν οἱ ὁποῖοι Τὸν λατρεύουν ἀνεξαρτήτως τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν πίστιν μεταξὺ τῶν τριῶν μεγάλων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν"[6].

5) Ἐπιδιώκει τὴν κατάργηση ἢ τροποποίηση πλειάδος Ἱερῶν Κανόνων, κάτι, ποὺ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, εἶναι γνώρισμα αἱρετικοῦ ἀνθρώπου[7]. Ὀνομάζει τοὺς Ἱ. Κανόνες "τείχη τοῦ αἴσχους"[8]!

6) Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἐπίσης ἐκφράζεται ὑβριστικὰ κατὰ τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, διότι στὴν θρονικὴ ἑορτὴ τὸ 1998, σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τοῦ παπισμοῦ καὶ τὶς σχέσεις ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε μαζί τους, εἶπε: «Ἡ μετάνοια ἡμῶν διὰ τὸ παρελθὸν εἶναι ἀπαραίτητος. Δὲν πρέπει νὰ σπαταλήσωμεν τὸν χρόνον εἰς ἀναζήτησιν εὐθυνῶν. Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάσπασιν προπάτορες ἡμῶν ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως καὶ εὑρίσκονται ἤδη εἰς χείρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὀφείλομεν ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅπως ἐπανορθώσωμεν τὰ σφάλματα ἐκείνων (!)» (Βλ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, 16/2/1998 καὶ περ. Ἐπίσκεψις).

Φρικιᾶ ὁ κάθε εὐσεβὴς ὀρθόδοξος χριστιανὸς ἀκούγοντας τὰ ἀσεβῶς τολμηθέντα “ρήματα” τοῦ πατριάρχου. Βλασφημεῖται ἅπας ὁ χορὸς τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποίοι ὡς γνήσιοι ποιμένες τῶν διαπιστευμένων εἰς αὐτοὺς λογικῶν προβάτων, τὸ διεφύλαξαν ἀμόλυντο ἀπὸ τὴ λύμη τῶν αἱρέσεων, μεγαλυτέρα τῶν ὁποίων ἦταν (καὶ παραμένει), αὐτὴ τοῦ ἀθέου παπισμοῦ. Βλασφημοῦνται ἀνερυθριάστως, ὡς δῆθεν ὄργανα τοῦ διαβόλου καὶ ὡς ὑπαίτιοι τοῦ σχίσματος, αὐτοὶ δηλαδὴ, γιὰ τοὺς ὁποίους ψάλλει ἡ Ἐκκλησία:

“Ὅλην συλλεξάμενοι, ποιμαντικὴν ἐπιστήμην, καὶ θυμὸν κινήσαντες, νῦν τὸν δικαιώτατον ἐνδικώτατα, τοὺς βαρεῖς ἤλασαν καὶ λοιμώδεις λύκους, τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος, ἐκσφενδονήσαντες, τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος, πεσόντας ὡς πρὸς θάνατον, καὶ ὡς ἀνιάτως νοσήσαντας, οἱ θείοι Ποιμένες, ὡς δούλοι γνησιώτατοι Χριστοῦ, καὶ τοῦ ἐνθέου κηρύγματος, μύσται ἱερώτατοι.” (στιχηρὸ προσόμοιο αἴνων, ἐκ τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων)

7) Πιστεύει καὶ κηρύττει -σὲ ἀντίθεση μὲ δεκάδες Συνόδους καὶ ἑκατοντάδες Ἁγίους- ὅτι ἡ παπική "ἐκκλησία" εἶναι κανονικὴ καὶ ὁ Πάπας Ρώμης, κανονικὸς ἐπίσκοπος. Τὸ 1991 στὸ Μπαλαμάντ τοῦ Λιβάνου ἀποδέχτηκε τὸ ἔγκυρον τῶν μυστηρίων τῶν παπικῶν καθὼς καὶ τὴν Οὐνία[9]. Τὸ 1995, ὅπως καὶ τὸ 2014, συνυπέγραψε μὲ τὸν Πάπα "ΚΟΙΝΗΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑΝ ΠΙΣΤΕΩΣ". Τὸ 2011, κατήχησε σπουδαστὲς παπικοῦ πανεπιστημίου ὑπὲρ τοῦ Πάπα. “Ὁ Οἰκ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος δέχτηκε ἐπίσκεψη ὁμάδος φοιτητῶν τοῦ Ποντιφικικοῦ Ἰνστιτούτου Saint Apollinaire. Ἀπευθυνόμενος στοὺς φοιτητὲς τοὺς προέτρεψε: Ἀκολουθῆστε τὸν Πάπα. Ὁ Πάπας Βενέδικτος ὁ ΙΣΤ΄ εἶναι ἕνας μεγάλος θεολόγος ποὺ κάνει καλὸ σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες. Ἀκολουθῆστε τον μὲ ἀγάπη καὶ συμπάθεια”[10].

8) Ἀναγνωρίζει τὶς χειροτονίες τῶν ἀγγλικανῶν[11] καὶ κάνει ἀποδεκτὸ τὸ βάπτισμα τῶν Λουθηρανῶν[12] (ὅπως καὶ γενικῶς πάντων τῶν προτεσταντῶν), ποὺ εἶναι διαστρεβλωτὲς τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὑβριστὲς τῆς Κυρίας Θεοτόκου, περιφρονητὲς τῶν Ἁγίων μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς εἰκονομάχοι ποὺ εἶναι, βρίσκονται ὑπὸ τὸν ἀναθεματισμὸ τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἄλλωστε στὸ συνέδριο τοῦ Π.Σ.Ε., τὸ 2006, στὸ Porto Alegre, ἀποδέχτηκε σὲ κοινὴ δήλωση μὲ τοὺς προτεστάντες ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνο Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅτι οἱ 348 ἐκκλησίες -μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.- εἶναι γνήσιες ἐκκλησίες. Μία δὲ ἀπὸ αὐτὲς εἶναι καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία! Οἱ ποικίλες αἱρετικὲς διδασκαλίες τῶν προτεσταντῶν θεωροῦνται ὡς διαφορετικοὶ τρόποι ἐκφράσεως τῆς ἰδίας πίστεως καὶ ὡς ποικιλία τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δεχόμενος ἔτσι ὅτι τελικὰ δὲν ὑπάρχουν αἱρέσεις! “Αὐτὲς οἱ ἐκκλησίες καλοῦνται νὰ συμβαδίζουν, ἀκόμη καὶ ὅταν διαφωνοῦν”[13].

9) Τὸ Νοέμβριο τοῦ 1993 προέβη σὲ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ἀνάμεσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ στὴν αἵρεση τῶν μονοφυσιτῶν. Ἡ κάθε πλευρὰ ἀναγνώρισε τὴν ἄλλη ὡς Ὀρθόδοξη. Τὶς καταδίκες καὶ τὰ ἀναθέματα τῆς 4ης Οἰκουμενικῆς πρὸς τοὺς Μονοφυσίτες (ποὺ τὰ ἐπανέλαβαν οἱ ἑπόμενες Σύνοδοι) τὰ ὀνομάζει "παρεξηγήσεις τοῦ παρελθόντος ποὺ ἔχουν ξεπεραστεῖ", ἀφοῦ, "δὲν ὑπάρχει θεολογία ποὺ μᾶς χωρίζει"[14]!

Δι’ ὅλων αὐτῶν ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν συκοφαντοῦμε, οὔτε κατηγοροῦμε, μὰ οὔτε καὶ ὑβρίζουμε τὸν Πατριάρχη, ἁπλῶς μὲ τὸ νὰ προβάλλουμε τόσο τὰ ἔργα, ὅσο καὶ τοὺς λόγους του, ἀφήνουμε αὐτὰ νὰ μιλήσουν μόνα τους καὶ νὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ καταγγέλλουν τὴν αἵρεσή του. Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀποδεικνύουμε ὅτι ἐμεῖς πραγματικὰ τὸν ἀγαποῦμε, διότι ὅποιος ἀγαπᾶ, ὁμιλεῖ καὶ μαρτυρεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν κολακεύει. Εὐχόμεθα ὁλοψύχως νὰ τοῦ χαρίσει ὁ Κύριος τοῦ ἐλέους μετάνοιαν, (ὅπως καί στοὺς λοιπούς, ὁμόφρονες πρὸς αὐτόν, οἰκουμενιστὲς ἐπισκόπους), ὥστε νὰ ἀποκηρύξει τὴν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 

Κατόπιν τούτων, ὁ νῦν Πατριάρχης στὴ συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν, δὲν ὑφίσταται πλέον ὡς ὀρθόδοξος Πατριάρχης ἀλλὰ ὡς αἱρεσιάρχης, καθὼς καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ αἱρετικοί, ὅπως ὁ Νεστόριος, ὁ Βέκκος κ.ἄ. 

Ὡς ἁγιορεῖτες μοναχοί, εἶναι προφανῶς κατανοητὸ ἔχουμε ἰδιαίτερο πρόβλημα συνειδήσεως, καθότι τὸ Ἅγιον Ὄρος ἔχει ἄμεση ἐκκλησιαστικὴ ἀναφορὰ πρὸς αὐτόν. Ὄντως ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση ποὺ ζοῦμε σήμερα, ὡς πρὸς τὴν προδοσία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, μᾶς παραπέμπει στὰ ἀλγεινὰ γεγονότα τῶν Συνόδων τῆς Λυών (1274) καὶ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1439-40).

Τὰ 114 ἔτη ἄκρας οἰκονομίας (ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὴν αἱρετικῆς ἐμπνεύσεως ἐγκύκλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ Γʹ, τὸ 1902) καὶ ἀνοχῆς στοὺς οἰκουμενιστές–λατινόφρονες καὶ φιλενωτικοὺς ἐπισκόπους εἶναι ὑπὲρ τοῦ δέοντος ἀρκετά. Ἡ ζημία ποὺ ἔχει προκαλέσει αὐτὴ ἡ ψευδεπίγραφη “οἰκονομία” στὴ δογματικὴ αὐτοσυνειδησία κλήρου καὶ λαοῦ εἶναι ἤδη τεραστίων διαστάσεων, μὲ συνέπεια τὴν ἀλλοίωση τῶν ὑγειῶς νοουμένων ὀρθοδόξων κριτηρίων τοῦ θεολογεῖν. Σκοπὸς καὶ στόχος τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρωτίστως, καθ’ ὅλην τὴν ὑπερχιλιετῆ ἱστορία του, ὑπῆρξε ἡ διαφύλαξη καὶ ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁσάκις ἀνεφύη αἵρεσις ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ διαχρονικὴ ἁγιορειτικὴ στάση, θεμελιωμένη καὶ στοιχοῦσα στὴν ἱεροκανονικὴ παράδοση, διδάσκει τὴν αὐτονόητο ὑποχρέωση διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου, ἐν τοῖς μυστηρίοις, τοῦ αἱρετίζοντος πατριάρχου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 8η Νοεμβρίου 2016


Ἡ ἐφαρμογή τῆς διακοπῆς 
τοῦ Πατριαρχικοῦ μνημοσύνου στό Ἅγιον Ὄρος

Εἰδικότερα, κατὰ τὴν χρονικὴ περίοδο ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἑνωτικὴ σύνοδο τῆς Λυών (1274), πατριάρχου ὄντος τοῦ λατινόφρονος Ἰωάννου Βέκκου, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Πρῶτος καθὼς καὶ τὸ σύνολο τῶν ἐν Ἀγίῳ Ὄρει μοναχῶν, ἔχοντας προβεῖ εἰς διακοπὴν τοῦ μνημοσύνου τοῦ πατριάρχου καὶ τοῦ αὐτοκράτορος, ἐδιώχθησαν καὶ -τινὲς ἐξ αὐτῶν- ἐμαρτύρησαν ὑπὸ τῶν ἑνωτικῶν. 

“ Ἄνωθεν γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο. Γέγραπται γὰρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας, ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τὸ τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, «δεικνύων καὶ τὴν πρὸς τὸ ὑπερέχον ὑποταγὴν, καὶ ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ, τῆς πίστεως καὶ τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος» ”. (βλ. V. Laurent-J. Darrouzes, Dossier Grec de I’ Union de Lyon, Paris 1977, σελ. 399).

Ὁ οὐσιαστικὸς λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλουμε νὰ κάνουμε τὴν διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου ἑνὸς αἱρετικοῦ πατριάρχου καὶ ἐπισκόπου εἶναι, ὃτι διὰ τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματὸς του γινόμεθα καὶ ἐμεῖς συγκοινωνοὶ τῆς αἱρέσεώς του, καίτοι δηλώνουμε ὅτι ἐμεῖς δὲν συμφωνοῦμε.

Ἄλλος Ἁγιορείτης Ὁμολογητὴς ὁ ὅσιος Ἡσαΐας, συνασκητὴς τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, ὅπως τὸν ἀναφέρει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Οὗτος ὁ μακάριος ἔπαθε πολλὰ κακὰ ἀπὸ τὸν βασιλέα Μιχαήλ τὸν Παλαιολόγον τὸν λατινόφρονα, διατὶ δὲν ἤθελε νὰ συγκοινωνήσῃ μὲ τὸν τότε Πατριάρχη τὸν Βέκκον διὰ τὴν καινοτομίαν τοῦ Ὀρθοδόξου Δόγματος, ἀλλὰ θείῳ ζήλῳ κινούμενος ἠγωνίσθη πολλὰ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μὲ τὴν ἀκούραστον διδασκαλίαν του ἥνωσεν ὅλους μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ πλέον τελεώτερον».(βλ. «Ὑπὲρ τῶν Ἱερῶς ἡσυχαζόντων », 2,2,2, Ε.Π.Ε. τομ. Βʹ σελ. 350). σελ. 251).

Κατὰ τὴ νεωτέρα δὲ ἐποχή (1924), ἕνεκα τῆς καινοτόμου καὶ ἀντικανονικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖο ἀπετέλεσε καὶ τὸ πρῶτο πλῆγμα τοῦ Οίκουμενισμοῦ στὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ τότε πατέρες συνεχίζοντες τὴν πάγια ἁγιορειτικὴ παράδοση ἐπανέλαβαν τὴν διακοπὴ τοῦ πατριαρχικοῦ μνημοσύνου. Ἡ διαχρονικὴ αὐτὴ παράδοση, δυστυχῶς διεκόπη ὑπαιτιότητι τῶν νέων συνοδειῶν, τῶν προερχομένων ἐκ τοῦ κόσμου, καὶ οἱ ὁποῖες τὸ 1971 ἐπανέφεραν τὸ πατριαρχικὸ μνημόσυνο. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου γίνεται ἐπὶ σκοπῷ ἀποφυγῆς τοῦ μολυσμοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἐκ τῆς κακοδόξου διδασκαλίας ἢ πρακτικῆς, μὲ ἀπώτερον σκοπὸν τὴν δι’ Ὀρθοδόξου Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταδίκης τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας (ἢ πρακτικῆς) καὶ τῶν αἱρεσιαρχῶν ἐπισκόπων.

Ἐπὶ πατριαρχείας Ἀθηναγόρου, τό Ἅγιον Ὄρος, σχεδὸν στὸ σύνολό του, ὁλοψύχως καὶ ὡς ἓν σῶμα, ἀντέδρασε δυναμικὰ καὶ διέκοψε, ὡς ὤφειλε, τὸ μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, (τὸ αὐτὸ ἔπραξαν καὶ κάποιοι ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῶν νέων καλουμένων Χωρῶν). Μάλιστα ὁ Ἀθηναγόρας “σεβόμενος” τὴν ὲλευθερία τῆς συνειδήσεως τῶν Ἁγιορειτῶν δὲν τοὺς ἐδίωξε, (βλ. πατριαρχικὴ Ἐγκύκλιο Ἀριθ. Πρωτ. 140/Κ. 17-9-1968), ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν τακτικὴ τοῦ πατριάρχου Δημητρίου, ὅπως καὶ τοῦ νῦν πατριάρχου Βαρθολομαίου.

Οἱ δυσμενεῖς ἐξελίξεις τῶν δεκαετιῶν τοῦ ’60 καὶ τοῦ ’70, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Οἰκουμενισμὸς ἦταν σὲ ἔξαρση -ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει καὶ σήμερα, ἔχοντας ὅμως ὁδηγήσει τὰ πράγματα σὲ πολὺ χειρότερη κατάσταση- ἀνάγκασε τοὺς ἁγιορεῖτες στὴν ἀπόφαση νὰ δημοσιεύσουν κείμενα ἁγιοπατερικῆς πνοῆς, ποὺ κατεδίκαζαν τὸν Οἰκουμενισμὸ ὀνομάζοντάς τον “αἵρεσιν”, ἀποδεχόμενοι μάλιστα καὶ τὸν χαρακτηρισμὸ ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, αὐτὸν τῆς παναιρέσεως.

Οἱ Ἱερὲς Μονὲς ποὺ προέβησαν εἰς διακοπὴν τοῦ πατριαρχικοῦ μνημοσύνου:

Ἱ Μ. Ὁσίου Διονυσίου, μὲ ἡγούμενον τὸν Γέροντα Γαβριήλ,

Ἱ. Μ. Καρακάλλου, μὲ ἡγούμενον τὸν Γέροντα Παῦλο,

Ἱ. Μ. Σίμωνος Πέτρας, μὲ ἡγούμενον τὸν Γέροντα Χαράλαμπο,

Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, μὲ ἡγούμενον τὸν Γέροντα Βησσαρίωνα,

Ἱ. Μ Ἁγίου Παύλου, μὲ ἡγούμενον τὸν Γέροντα Ἀνδρέα,

Ἱ. Μ.Ξενοφῶντος, μὲ ἡγούμενον τόν Γέροντα Εὐδόκιμο,

Ἱ.Μ.Ἐσφιγμένου, μὲ ἡγούμενον τὸν Γέροντα Ἀθανάσιον,

Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα μὲ ἡγούμενον τὸν Γέροντα Βασίλειον (διέκοψε τὸ μνημόσυνο τό 1968, ἀλλὰ δυστυχῶς ἦταν καὶ ἡ πρώτη ποὺ τὸ ἐπανέφερε τὸ 1971).

Ἡ Ἱ.Μ. Κουτλουμουσίου, μνημόνευε μόνο στὴν πανήγυρη τῆς Μονῆς ‘’τυπικά’’ μόνον, ὅπως καὶ ἡ Ἱ. Μ. Κωσταμονίτου.

Ἐπίσης, ἀπὸ τὶς τότε Ἰδιόρρυθμες Μονές, στὴν Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας, μνημόνευαν μόνο στὸ καθολικό, ‘’τυπικά’’. Πολλοὶ ἱερομόναχοι τῆς Μεγίστης Λαύρας, ὅπως καὶ ὁ πρῶτος ἡγούμενος, μετὰ τὴν κοινοβιοποίησή της τό 1981, γέρων Ἀθανάσιος, ἐνῶ μνημόνευε ‘’τυπικά’’ στὸ Καθολικό τῆς Μονῆς, ὁ ἴδιος στὰ παρεκκλήσια, ὅταν λειτουργοῦσε, δὲν μνημόνευε, ὅπως ἐπίσης καὶ ἄλλοι ἱερομόναχοι τῆς Μονῆς. Τὸ αὐτὸ συνέβαινε καὶ σὲ ἄλλες Μονές, ὅπως π.χ. στὴν Ἱ. Μ. Ἁγίου Παύλου, στὴν ὁποία ὁ παπά-Παῦλος συνέχισε μέχρι τέλους νὰ μὴ μνημονεύει (+1995), καίτοι ἡ Μονὴ μετὰ τὴν παραίτηση ἐκ τῆς ἡγουμενίας τοῦ γέροντος Ἀνδρέα ἐπανέφερε τὸ μνημόσυνο, ἐπὶ ἡγουμενίας γέροντος Παρθενίου. Πάντως, καί ἄλλες Ἱ. Μονές ἀντιδροῦσαν καὶ δὲν ἤθελαν τὸ μνημόσυνο καὶ οἱ ὁποῖες μνημόνευαν περισσότερο ἀπό ‘’εὐγένεια’’. Ἐπίσης σὲ ὅλες τὶς Ἱερὲς Σκῆτες καὶ στὰ περισσότερα κελλιὰ δὲν μνημόνευαν, τόσο ζηλωτὲς ὅσο καὶ μὴ ζηλωτές.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀναφέρουμε, ἐνδεικτικῶς μόνον, τὶς ἀπαντήσεις δύο Ἱερῶν Μονῶν πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα περὶ τοῦ ζητήματος τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου.

Ἡ Ἱ.Μ. Καρακάλλου εἰς ἀπάντησίν της πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα, εἶχε γράψει τὰ ἑξῆς: ‘’ Ἡ καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερὰ Μονὴ ὑπὸ στοιχεῖα ΙΔ΄ ἐν τῇ σημερινῇ Συνάξει 21/9/1972 ἐξήτασε καὶ αὖθις τὸ ἐπίμαχον θέμα τοῦ μνημονεύματος…Ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ἐν πεποιθήσει καὶ ἀμετάθετον ἀπόφασιν ἡμῶν περὶ συνεχίσεως τῆς διακοπῆς τοῦ Πατριαρχικοῦ Μνημοσύνου εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, ἐφ᾽ ὅσον ὁ νέος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος ὁ Α΄ θὰ συνεχίσῃ τὴν τηρουμένην ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Γραμμῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε χαράξει ὁ Ἀθηναγόρας.’’ (βλ. Ο.Τ. ἀρ.φ. 213, 1/7/1974).

Ἡ Ἱ.Μ. Ἁγίου Παύλου, ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ γέροντος Ἀνδρέα, ἀπήντησε ὡσαύτως: “…ἡ ἀπόφασις ἡμῶν εἶναι ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς συζήτησιν παρὰ μόνον ἐφ᾽ ὅσον δηλωθῇ ὑπὸ τῆς Α. Παναγιότητος διὰ τοῦ τύπου ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν τοῦ προκατόχου Αὐτοῦ”. (ὅ. π.)

Ἐπίσης ὁ αὐτὸς ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς π. Ἀνδρέας στὴ σχετική του ἀπάντηση πρὸς τὴν Ἱ. Κοινότητα ἀνέφερε: “Λόγοι ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως δὲν μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ἐπαναλάβω τὸ μνημόσυνον, διότι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης εἶναι νεωτεριστής, βαδίζει τὰ ἴχνη τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Ἀθηναγόρου, τοῦ ὁποίου τὰς ἀπόψεις καὶ τὰ αἱρετικά φρονήματα δὲν κατεδίκασεν”. (ὅ. π).

Κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἡ Ἔκτατος Διπλή Ἱερὰ Σύναξις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος εἰς τὴν ΝΒʹ Συνεδρία, τῆ 13ῃ Νοεμβρίου 1971 καὶ κατόπιν πολλῶν διεργασιῶν ἀπεφάσισε ὅτι: «...ἐπαφίεται εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστου μονῆς ἡ διαμνημόνευσις τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου».

Πάντως ὀφείλουμε νὰ τονίσουμε ὅτι στὰ θέματα τῆς πίστεως δὲν χωροῦν τυπικότητες καὶ εὐγένειες. Ἡ πίστις δὲν εἶναι θέμα εὐγενείας πρὸς πρόσωπα, ἀλλά ὁμολογίας καὶ τηρήσεως τῆς ἀκριβείας τῶν δογμάτων, ‘’εἰς τὰ τῆς πίστεως οὐ συγχωρεῖ συγκατάβασις’’, ὅπως ἐτόνιζαν οἱ παλαιοὶ ἁγιορεῖτες. Ἀξίζει πάντως ἐδῶ νὰ ἀναφερθοῦμε στὴ πρακτικὴ τῶν τότε ἁγιορειτῶν. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος καὶ μόνον, δυστυχῶς, κρίνεται ὡς ἀνεπιτυχὴς ἡ τότε προσπάθεια ἀντιμετώπισης τοῦ προελαύνοντος Οἰκουμενισμοῦ καὶ οἱ λόγοι εἷναι πολλοί. Ἀκροθιγῶς σημειώνουμε ὅτι ὑπῆρχε ἡ λανθασμένη αἴσθηση ὅτι τὰ οἰκουμενιστικά “ἀνοίγματα”, ὅπως τὰ ἀποκαλοῦσαν, δὲν χαρακτήριζαν συνολικὰ τὸ Πατριαρχεῖο, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς τὸν τότε Πατριάρχη καὶ κάποιους λίγους συνοδοιπόρους του. Ἐπιστεύετο μάλιστα ὅτι θανόντος τοῦ Ἀθηναγόρου τὰ πάντα θὰ ἐπέστρεφον στὴν ὁμαλότητα.

Ἡ κατάληξη εἶναι σέ ὅλους γνωστή: στόν ἐνθρονιστήριο λόγο του ὁ νέος Πατριάρχης Δημήτριος ἀνακοίνωσε τή συνέχιση τῶν οἰκουμενιστικῶν προσπαθειῶν τοῦ προκατόχου του. 

Ἐκείνην τὴν κρίσιμη στιγμὴ βρῆκαν οἱ τότε ἁγιορεῖτες νὰ ἐπαναφέρουν τὸ μνημόσυνο, ἐπὶ καταστροφῇ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ-ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγῶνος! Τὸ μήνυμα ποὺ ἐδόθη στοὺς πατριαρχικοὺς ἦταν σαφές: προχωρῆστε! Δυστυχῶς, ἡ ἐλλειπὴς κατανόησις τοῦ ἐφαρμοζομένου ἕως τότε, ιε´ κανόνος τῆς Α´-Β´ συνόδου (861), κατὰ τὴν ὁποία ἡ διακοπὴ μνημοσύνου ἐθεωρεῖτο ὡς ἁπλῶς ἔχουσα σημασίαν “διαμαρτυρίας”, ἐξ οὗ καὶ οἱ προαναφερθεῖσες χάριν “εὐγενείας” παλινωδίες μνημονεύσεως, π.χ. σὲ πανηγύρεις, εἶχαν ὡς ἀφετηρία τὴν ἀποσύνδεση τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανόνος ἀπὸ τὸ σωτηριολογικό του περιεχόμενο. Ἡ τραγικὴ ἐπαναφορὰ τοῦ μνημοσύνου, ἔστω καὶ μὲ τὸ λειψὸ τρόπο ποὺ ἐφαρμοζόταν ἠ διακοπή, πέραν τῆς γενικότερης ζημίας ποὺ προξένησε, δυστυχῶς ἄνοιξε τὴν θύρα καὶ στὶς ποικίλες, κακόβουλες καὶ στρεβλωτικὲς ἑρμηνεῖες τοῦ ἐν λόγῳ ἱεροῦ Κανόνος ποὺ κυριαρχοῦν σήμερα.

Πράγματι, ὁ ὀρθοδόξως νοούμενος ἀντιαιρετικὸς ἀγώνας, ὅπως διαχρονικῶς εἶναι διαπιστωμένο, δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴ λήψη κάποιων πρακτικῶν ἡμιμέτρων καὶ λύσεων, οἱ ὁποῖες τελικῶς διαιωνίζουν τὴν αἵρεση ἐντὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλὰ ἀντιθέτως, ἀπὸ τὴν ἐνδεδειγμένη ἔκθεση-διασάφηση, ἀφ’ ἑνὸς τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου, τοῦ δογματικοῦ πυρήνα τῆς αἱρέσεως, δηλαδὴ τῶν βαθυτέρων θεολογικῶν αἰτίων ποὺ ὡδήγησαν στὴν ἐμφάνιση της, ὅσο καὶ τῶν καταστρεπτικῶν συνεπειῶν της. Σκοπὸς ἑπομένως εἶναι ὄχι ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου καθεαυτή, αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸ ἀρχικὸ στάδιο, ἀλλὰ ἡ συνολικὴ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Τοῦτο θὰ συμβεῖ διὰ τῆς συγκλήσεως ὀρθοδόξου Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καὶ συνιστᾶ τὸ τελικὸ στάδιο τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀγῶνος, καὶ στὴν ὁποίαν θὰ καταδικασθεῖ ἡ αἵρεσις καὶ οἱ αἱρετικοί. Τότε μόνον μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε περὶ πλήρους ἐκκριζώσεως τῆς αἱρέσεως.


Ἡ δι’ ἐπιστολῶν ἐνημέρωσις πρό καί μετά τῆς ΑκΜΣ

Ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἁγιορειτικῆς μοναστικῆς πολιτείας, ἔχοντες λόγον εὐθύνης ἀναφορικὰ πρὸς τὰ θέματα πίστεως καὶ παραδόσεως, θεωρήσαμε ὡς ἐπιβεβλημένο πνευματικὸν καθῆκον μας νὰ κινητοποιηθοῦμε, μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ καὶ κατὰ τὴν τάξιν. Ἀπευθυνθήκαμε λοιπὸν ἐντὸς τοῦ ἔτους 2016, μὲ δύο δημόσιες ἀνοικτὲς ἐπιστολὲς πρὸς ὑμᾶς, τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν τόπου καὶ τοὺς Καθηγουμένους τῶν Ἱερῶν Μονῶν. Κατ’ ἀρχάς, στὴν ἐπιστολή μας τῆς 13ης Μαΐου 2016, πρὸ τῆς λεγομένης “ Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου” τοῦ Κολυμπαρίου Κρήτης, σᾶς εἴχαμε υἱκῶς δηλώσει ὅτι, ἐὰν ἡ ἐν λόγῳ σύνοδος δὲν ὀρθοτομήσει τὸν λόγον τῆς ἀληθείας καὶ δὲν καταδικάσει τὴν παναίρεση τοῦ Διαχριστιανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θὰ εἴμεθα, ὡς ἐκ τούτου, ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόσουμε τοὺς ἁρμοδίους Ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ὁρίζουν τὰ περὶ διακοπῆς μνημοσύνου τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου (δηλ. τοῦ πατριάρχου). 

Τέλος, ὅπως καὶ στὴ δευτέρα πρὸς ὑμᾶς ἐπιστολή μας, τῆς 20ης Ἰουνίου 2016, σᾶς εἴχαμε ὑποβάλει τὴν θερμὴν παράκλησιν καὶ σᾶς εἴχαμε ἐπισημάνει ὅτι θὰ ἀναμέναμε, ἐντὸς εὐλόγου χρονικοῦ διαστήματος, ἀφοῦ συζητηθεῖ τὸ ὅλον ζήτημα τῆς λεγομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου καὶ ὑφ᾽ ὑμῶν, ὡς τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν θεσμικὸν ὄργανον τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου, νὰ ληφθεῖ μία ξεκάθαρη θέση ἔναντι τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων. Τὸ ἐρώτημα ποὺ ξεκάθαρα τίθεται καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀπάντηση ἀναμένουν πάντες οἱ ἀγωνιῶντες πιστοὶ εἶναι: οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου εἶναι ὀρθόδοξες ἢ αἱρετικές;

Ἀντὶ ὅμως τῆς ὀφειλομένης σπουδῆς ὅπου ὤφειλε τὸ καθ’ ὑμᾶς ὄργανο νὰ ἐπιδείξη ἔναντι ἑνὸς τόσο σημαντικοῦ ζητήματος, καίτοι ὡς Ἱερὰ Κοινότης πρὸ τῆς Συνόδου εἴχατε ἐκθέσει δι᾿ ἐπιστολῆς τὴν ἀντίθεσή σας ἐπὶ τινῶν σημαντικῶν θεμάτων πίστεως, ὅσον ἀφορᾶ τὰ προσυνοδικὰ κείμενα, ἀντ’ αὐτοῦ ὑπῆρξε ὄχι μόνον ἡ ἀπόλυτος σιωπή, γιὰ τόσους μῆνες, ἀλλὰ καὶ κάποιες ἐκ τῶν Ἱ. Μονῶν προέτρεξαν καὶ ἐνήργησαν διωγμό, κατὰ παράβασιν τῶν ἁρμοδίων διατάξεων τοῦ Κ.Χ.Α.Ο., ἐναντίον Ἁγιορειτῶν μοναχῶν, πρὶν κἂν συνέλθη ἡ καθιερωμένη Διπλῆ Ἱερὰ Σύναξις. Συγκεκριμένα, κατὰ τοῦ Προϊσταμένου Γέροντος Σάββα μοναχοῦ καὶ τοῦ Γέροντος τοῦ Ἱ.Κ. Ἁγίων Ἀρχαγγέλων-Κουκουζέλη, μοναχοῦ Χερουβείμ, ἐκ τῆς Ἱ.Μ.Μ. Λαύρας, καθὼς καὶ τῶν μοναχῶν Λουκᾶ, Δαμιανοῦ, Ὀνουφρίου καὶ Δανιὴλ δοκίμου, ἐκ τῆς Ἱ. Μ. Χιλανδαρίου.

Ὅπως εἶναι γνωστὸν, ἡ Διπλῆ Σύναξις ἕως καὶ σήμερον δὲν ἔχει λάβει θέση. Ὡς πρὸς τὴν πιθανὴ αἰτία τῆς ἐνόχου σιωπῆς καὶ τῆς ἀποφυγῆς νὰ ἐκδοθεῖ ὑπεύθυνη ἀπόφαση σχετικὰ μὲ τὴν ΑκΜΣ, φῶς ρίχνει ἡ ἐπίσημη ἔκθεση πρὸς τὴν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα Ἀρχιμ. Τύχωνος (ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στὶς 23-9-2016, ἀρ. φυλ. 2132, ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ἐφημερίδα “Ὀρθόδοξος Τύπος”). Τὸ Ἅγιον Ὄρος ἄλλωστε ἐκπροσωπήθηκε ἐπισήμως εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ συγκεκριμένου ἡγουμένου, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τὴν θεσμικὴ ἰδιότητα τοῦ συμβούλου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τὸ τραγικὸν μὲ τὴν ἔκθεσίν του εἶναι ὅτι, παρὰ τὶς κάποιες μικροεπισημάνσεις, περιγράφει τὴν αἱρετικὴ ψευδοσύνοδο ὡς ὀρθοδοξωτάτη.
                                                                               

Αποτέλεσμα εικόνας για ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 8η Νοεμβρίου 2016

Ἕκαστος ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν του

Νοιώθουμε τὴν ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπευθύνουμε μία τελευταία ἔκκληση. Ἡ θέσις σας εἶναι «ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς», ἀναλογισθεῖτε τὶς τρομακτικὲς εὐθύνες πού ἔχετε ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ὡς Ἱερὰ Κοινότητα καὶ ὡς Καθηγούμενοι, ὅσοι ἀπὸ ἐσᾶς, μὴ γένοιτο, ὑποκύψετε ἀποδεχόμενοι τὶς ἀποφάσεις αὐτῆς τῆς ΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ψευδοσυνόδου, καὶ ἐξακολουθήσετε -ἐν συνειδήσει πλέον- νὰ μνημονεύετε ἕναν αἱρετικὸν πατριάρχη, ἂς γνωρίζετε ὅτι ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως θὰ εἶσθε ἀναπολόγητοι, καθότι: 

Μὲ τὴν στάση σας θὰ ἔχετε διαιρέσει τὴν ἁγιορειτικὴ μοναστικὴ κοινότητα. 

Συνακόλουθα, θὰ εἶσθε ἐσεῖς ὑπεύθυνοι δημιουργίας σχισμάτων καὶ ὄχι ὅσοι ἁπλῶς θέλουν νά παραμείνουν ὀρθόδοξοι.

Θὰ ἔχετε καταστρέψει τὴ χιλιόχρονη ἑνότητα ὀρθοδόξου μαρτυρίας τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου. 

Τέλος, ἡ ἀντιπατερικὴ αὐτὴ πορεία θὰ ὁδηγήσει στὴν ἀπαξίωση, δυστυχῶς, τοῦ (ἐπισήμου-θεσμικοῦ) Ἁγίου Ὄρους, στὰ μάτια τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τοῦ Θεοῦ, καθιστῶντας το σκότος ἀντί, ὡς ὤφειλε, φῶς τοῦ κόσμου (πρβλ. “Φῶς μοναχοῖς ἄγγελοι, φῶς κοσμικοῖς μοναχοί”, Κλῖμαξ, Λόγος 26Α, 25).

Ἴσως ὁ λόγος μας νὰ σᾶς στεναχωρήσει, ἴσως φανεῖ σκληρὸς καὶ ἐλεγκτικός, ἀλλὰ ἂς γνωρίζετε ὅτι δὲν ἔχουμε οὐδεμία ἐμπάθεια πρὸς τὰ θεοτίμητα πρόσωπά σας. 

Εἶναι ἀποτέλεσμα πόνου καὶ ἀγάπης γιὰ τὴν Ὀρθόδοξο πίστιν μας. Ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, εἶναι λόγος Χριστοῦ, καὶ εἶναι δίστομος μάχαιρα, γιατὶ πρέπει πάντα νὰ ὀρθοτομεῖ. Παρακαλοῦμε λοιπὸν τὴν ἀγάπη σας νὰ μελετήσετε ὅσα σᾶς ἐπισημαίνουμε καὶ πατρικῶς νὰ συμπονέσετε, νὰ συμπροβληματιστεῖτε καὶ νὰ προχωρήσετε στὴ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Ἀπὸ ἐσᾶς περιμένουμε νὰ ποιμαίνετε ἀγαπητικῶς καὶ ὄχι ἐξουσιαστικῶς: “ποιμάνετε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστικῶς, ἀλλ᾿ ἑκουσίως, μηδὲ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως…τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου”. (Αʹ Πετρ. εʹ, 2-3)

Ἅπαντες ἱστάμεθα ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν μας, ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Κριτοῦ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἱστορίας. Ἡ ἕως τοῦ νῦν ἀκολουθουμένη τακτικὴ ἔχει βοηθήσει στὴν ἀνεμπόδιστο ἐξάπλωση τῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ὑπευθύνων θὰ ζητήσει ὁ Κύριος τό “αἷμα” τῶν ψυχῶν ποὺ τοὺς ἐμπιστεύθηκε. Στὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ ἂς ἀναλογιστεῖ ἕκαστος τί εἴδους Ἅγιον Ὄρος θέλουμε νὰ παραδοθεῖ στὶς ἑπόμενες γενεές, καὶ τί εἴδους μοναχοὶ θὰ ἐγκαταβιώνουν σ’ αὐτό. Ἡ κατάντια τοῦ παπικοῦ μοναχισμοῦ ἂς μᾶς προβληματίσει...

Ἐμεῖς ὡς ἁγιορεῖτες μοναχοί διαχωρίζουμε, πλέον, τή θέση μας ἔναντι τῆς ἕως τῆς σήμερον ἀκολουθουμένης πορείας. 

Δὲ συμφωνοῦμε οὔτε συνευδοκοῦμε, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιθυμοῦμε τὴν συμπόρευση μὲ τὴν οἰκουμενιστικὴ ἀποστασία ἐκ τῆς Ὀρθοδοξίας. 

Δὲν μποροῦμε νὰ συνεχίσουμε νὰ στραγγαλίζουμε τὴν ὀρθόδοξο συνείδησίν μας καὶ νὰ παριστάνουμε ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε μὰ οὔτε καὶ νὰ δικαιολογοῦμε συνεχῶς τὰ ἀδικαιολόγητα, καλύπτοντας τὰ αἱρετικὰ φρονήματα τοῦ Πατριάρχου. Ἤρθαμε ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας, κάποιοι ἀπὸ παιδιὰ ἀκόμη, στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀφήσαμε πίσω γονεῖς, οἰκείους, σπουδές, ἐργασίες, μήπως γιὰ νὰ καταντήσουμε αἱρετικοὶ καὶ νὰ μᾶς σέρνει πίσω του ὁ κάθε ἀσεβὴς Πατριάρχης καὶ ἐπίσκοπος; Μὴ γένοιτο! Εὐχόμεθα ὁλοκαρδίως τὴν ἀλλαγὴ πορείας πλεύσεως, τῆς θεσμικῆς Ἀρχῆς τοῦ Ἀγίου Ὄρους, τὴν ἀπόκτηση τῆς χάριτος τῆς ὁμολογίας, τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει μεγαλυτέρα, εἰδικὰ ἐν καιρῷ κηρυσσομένης αἱρέσεως.

Κατόπιν, ὅλων τῶν ἀνωτέρῳ, πιστεύουμε ὅτι ἀνεδείχθη ἡ ἄκρα σοβαρότης τοῦ θέματος τῆς ἐν Κρήτῃ συνόδου καὶ τῶν σωτηριολογικοῦ χαρακτῆρος ἐπιπτώσεων ποὺ ἔχει γιὰ τοὺς πιστούς.

Οὐδεὶς ἁγιορείτης δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶ τά φοβερὰ λόγια τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ποὺ εἶπε στὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸ Ζωγραφίτη: “ ἔρχονται οἱ ἐχθροὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ Υἱοῦ μου”. 

Ὅμοιοι πρὸς τοὺς τότε ἑνωτικοὺς λατινόφρονες εἶναι οἱ, ὄντως πολὺ χειρότεροι ἐκείνων, σημερινοὶ οἰκουμενιστές. Ἐμεῖς ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ καὶ ἁγιορεῖτες μοναχοί, ἀκολουθώντας τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἰδικὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Πρῶτο καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ἁγιορεῖτες ὁσιομάρτυρες ἐπὶ Βέκκου, ἐφαρμόζουμε, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι, τὸν ιεʹ Ἱερὸν Κανόνα τῆς Α´-Β´ ἐπονομαζομένης συνόδου ἐπὶ Μ. Φωτίου ἐν ἔτει (861) καὶ χάριτι θείᾳ προχωροῦμε εἰς τὴν ἐπιβεβλημένην διακοπὴν τῆς μνημονεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχου. Λυπούμεθα, διότι ἡ ὄντως ὀδυνηρὴ καὶ στενάχωρη αὕτη ἀπόφαση ὀφείλεται, καθ᾿ ὁλοκληρίαν, στὴ συνολικὴ αἱρετικὴ πορεία τοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, ἐπιστέγασμα τῆς ὁποίας εἶναι οἱ αἱρετικὲς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης.


Τηροῦμε ὡς Ἁγιορεῖτες πιστά τά τῶν θεοφόρων Πατέρων

“Οἵτινες τὴν ὑγιῆ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν, μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδ᾿ ἀδελφοὺς καλεῖν” (ἁγ. Μάρκου Ἐφέσου, Ὁμολογία ἐν Φλωρεντία, Τὰ εὑρισκόμενα ἅπαντα τ. Α´, σελ. 422)

“ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος͵ οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας͵ κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν͵ χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον͵ ἢ μετ΄ αὐτῶν ἐμβληθῆναι͵ ὡς μετά Ἄννα καὶ Καϊάφα͵ εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.” (Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, 1257)

Τέλος, διευκρινίζουμε πρὸς πάντας, ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἀγώνας τὸν ὁποῖον ἀναλαμβάνουμε γίνεται πρωτίστως γιὰ λόγους σωτηριολογικῆς φύσεως, ἐμμένοντες πιστοὶ στὴν ἐκκλησιολογία τῆς ὀρθοδόξου πατερικῆς παραδόσεως, καὶ ἕνεκα τούτου, ἐντὸς τοῦ Σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Δὲν προβαίνουμε εἰς σύστασιν ἑτέρας “ἐκκλησίας”, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, οὔτε προσχωροῦμε σὲ κάποια παλαιοημερολογητικὴ ἐπισκοπικὴ παράταξη. Μένοντας πιστοὶ εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, παραμένουμε ἁπλὰ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ καὶ ὁμολογοῦμε τὴ διαχρονικὴ ἁγιοπατερικὴ σωτήριο ἀλήθεια ποὺ παραλάβαμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Καταδικάζουμε καὶ ἀναθεματίζουμε τὴν Παναίρεση τοῦ Διαχριστιανικοῦ, Διαθρησκειακοῦ, Συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθὼς καὶ τὶς ἀποφάσεις τῆς λεγομένης ΑκΜΣ. Ὅ,τι ἄλλο κυκλοφορήσει εἰς βάρος μας, θὰ ἀποτελεῖ κατάπτυστη συκοφαντία.

Ἀγωνιζόμαστε μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν αἰσιοδοξία ὅτι πράττοντας καθηκόντως τὸ ἀνθρωπίνως δυνατόν, θὰ ἀξιωθοῦμε τοῦ ἐλέους τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ καὶ ὅτι μὲ τὴ σκέπη τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἐφόρου τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν τόπου, θὰ ἔρθουν καλύτερες ἡμέρες γιὰ τὴν φιλτάτη μας ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ καὶ τὴν πατρίδα μας τὴν ΕΛΛΑΔΑ.


Μετά τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ.

ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ

Υ.Γ. Εντός ημερών θα δημοσιευθούν οι υπογραφές καθ’ότι η συλλογή συνεχίζεται. 


[1] Ἀντιφώνηση πρὸς τὸν πρόεδρο τοῦ Ἰρὰν Mohamend Khatami στὶς 13/1/2002. “Ἐπίσκεψις”, ἀρ. 606, σελ. 2. Ἐφημ. "Ὀρθόδοξος Τύπος", 15/3/2002, "Ἐπίσκεψις", ἀρ. 563, σελ. 21. 

[2] www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3117&Itemid=2, Ἐκκλ. Πρακτορεῖο Εἰδήσεων www.amen.gr 20/1/2013. 

[3] Ἐφημ. “ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ”, 21/9/2003. 

[4] Νέα Ὑόρκη, 28η Ὀκτ. 2009. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης παραλαμβάνει τὸ βραβεῖο "Μακκαβαίων" μὲ τὸ ὁποῖο τὸν “τίμησε” ἡ Ἑβραϊκὴ Συναγωγὴ τῆς πόλης. 

[5] Λόγος Κατά Ιουδαίων, 2,4,6 

[6] Ὁμιλία στὸ Μπαχρέϊν, στὶς 25/9/2000, “Ἐπίσκεψις”, ἀρ. 588, σελ. 16 καθὼς καὶ μήνυμα ποὺ ἔστειλε στοὺς Μουσουλμάνους ὅλου τοῦ κόσμου μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ Ραμαζανίου. Ρεπορτὰζ τοῦ Νίκου Παπαδημητρίου στὸ σταθμὸ “Flash” στὶς 16/12/2001. 

[7] Ἀρχιμ. Βαρθολομαίου Ἀρχοντώνη, Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῶν Κανονικῶν Διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, Θεσ/κη 1970, σελ. 15. 

[8] “Ἐπίσκεψις”, ἀρ. 423, 15/7/1989, σσ. 6-7. 

[9] Πορίσματα Διορθόδοξου Συνεδρίου γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό, Θεσσαλονίκη 2004, περ. “Θεοδρομία”, τ. 4ο. 

[10] http://entoytwnika.blogspot.com/2011/03/blog-post_28.html#ixzz1cja7kdc6 

[11] Στεφανίδου Β., Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σελ. 711. 

[12] “Ἐπίσκεψις” ἀρ. 640, 31/10/2004: “Κοινὸν ᾿Ανακοινωθὲν τῆς 13ης συναντήσεως μεταξὺ Θεολόγων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως καὶ τῆς Εὐαγγελικῆς ᾿Εκκλησίας ἐν Γερμανίᾳ”. 

[13] “Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπὶ εὐκαιρίᾳ τῆς 60ης ἐπετείου ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Π.Σ.Ε.”, “Θεοδρομία” 1 (Ἰαν.–Μάρτιος 2008), σελ. 145. 

[14] www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=816

Πηγή: elekklesia.blogspot.gr


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...